Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018

ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ, 
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι, 
πάντα για σένα κακά θα πώ, 
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι. 

Όμως συγχώρει τον μισητόν, 
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις, 
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών 
ας είναι κι ένας μη πατριώτης


Γεώργιος Σουρής

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018

Curriculum Vitae

Ένας διάλογος με τον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου

Λένε πως έρχεσαι από νύχτα βαθιά 
και σκορπίσανε όλοι 
Βέβαια αιμόφυρτος με τα φώτα σβηστά 
και σε κύκλωσαν όλοι 

Έστω ένας χτύπος μα όλα είναι νεκρά 
συγκατάνευσαν όλοι 
Λένε η ανάσα του θα καίει την καρδιά 
κι έγιναν οι δήμιοι σκόνη 

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου 

Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. 
Σε βλέπω να γλιστράς σα μικρός άνεμος στις όχθες του Θερμαϊκού, 
βυθισμένος σε μιαν απαλή σιωπή, 
με τα χέρια να κρέμονται αμήχανα απέναντι στην προσβλητική αδιαφορία των περιπατητών του απογεύματος, 
να κλυδωνίζεσαι γλυκά σε μιαν αναστοχαστική μέθη που δραπετεύει από την εκδικητικότητα των κανόνων, 
να γλιστράς στην αγκαλιά των λέξεων και να αναδύεσαι σαν το πιο γοερό τους θυμίαμα, 
σκυμμένος πάνω από τον χαμηλοτάβανο ουρανό, 
ένα σύννεφο βαρύ σα θνησιγενής έρωτας, 
σαν τις υπομονετικές προδοσίες, 
σαν την ανέκφραστη χειρονομία που διαφημίζει επίμονα τον ήλιο μιας κάποιας δεσπόζουσας πόλης. 

Με τίναξε η φωνή σου εντός μου. 
Κι ύστερα θόλωσε η εικόνα σου σα μια ανταύγεια του ηλιοβασιλέματος στη νηνεμία του μεγάλου λιμανιού, 
μέσα από τα θραύσματα της στάμνας στη ρίζα αρχαίου τείχους, 
από τα βράχια χύθηκες σαν κόκκινο κρασί στην αγκαλιά της βρώμικης θάλασσας, 
και χάθηκες οπτασία στον αλμυρό βυθό, 
για να αναδύεσαι στα σκοτεινά σοκάκια πότε εδώ και πότε εκεί στα σωθικά της πρωτεύουσας, 
μια αλμυρή οπτασία που χαϊδεύει το ακατάλυτο μπετόν, 
δεν χαρίζεται,
θυμίζει την αρχέγονη ουσία του έρωτα που συντρίβει τα αφυδατωμένα σώματα, 
καθώς αυτά περιδινίζονται στα σταυροδρόμια των σκοτεινών θανάτων, 
εσύ, αειθαλής εντιμότητα στους λασπερούς κήπους,
φτερωτή αθωότητα στη ράχη των ερπετών, αγέρωχη φτώχια καθισμένη στη μικρή αυλή των θαυμάτων, 
στη γειτονιά των ανείπωτων λέξεων, 
να κρατάς εκείνον τον θησαυρό των ερώτων και των θανάτων κρυμμένο για πάντα μπροστά στα μάτια μας. 

Θαλερός




Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

Εδώ...

Λαδερά στο πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ’ την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σαν ψόφια μύδια
γέμισ’ ο κόσμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές μ’ ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ’ ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγκες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ’ άχρηστα σπέρματα
– δεν πιάνονται παιδιά εδώ
δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή και η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο – πού
θα σκαλώσετε χωρίς τοίχο –
πού’ ρθατε εδώ να ακουμπήσετε
Αγανακτισμένοι Πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε.
Οργανωθήκανε. Αγόρασαν μπιτόνια. Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με κωλομπαράδες αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι Γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο οι τσιλιαδόροι
– ποιανού το μέρος παίρνουνε
Εδώ καίμε τις μάγισσες.
Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και εμάς μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και το όνομα αλλάζει
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.

Κατερίνα Γώγου

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

Λέω να μείνω


Δεν θέλω να φεύγουμε
το φωνάζω δυνατά για να το ακούσουν αυτοί που μένουν
για να μετρηθούν καθώς θα αναρωτιούνται
ποιοί είναι συτοί που ήδη λείπουν
ανάμεσά τους

τί τρόμος αλήθεια
και τί χαλασμός για τις συνειδήσεις
που όλα τα έχουν δεδομένα
κεφάλια καρφωμένα στη γη
με τα σκουλήκια κατάματα

όμως τα σώματα
σφαδάζουν στον αέρα δεμένα απ' τα κεφάλια
και ζουν και ανασαίνουν
και έχουν μάθει να χαίρονται και να λυπούνται
κολυμπώντας στον φόβο

εν τω μεταξύ γεννούν

έτσι γεννήθηκα κι εγώ
για να μάθω από τον ποιητή ότι
τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο

και αν φύγω δεν θα μπορέσω
ποτέ να ξεφύγω
από την ετερογονία μου
που μου έχει ήδη ακυρώσει
για πάντα το μηδέν


το μηδέν και το άπειρο
είναι ήδη πίσω μου

και το αλλού θα είναι μεταμφιεσμένο εδώ
μεγεθυμένο από τη φυγή

λεω να μείνω
και στεγνός από ύπαρξη
να στοιχειώνω τις ανάπηρες βεβαιότητες
σε ένα σιωπηλό παιχνίδι μαζί
με ακέραιους και δεκαδικούς ανθρώπους



Θαλερός, "περήφανα ελατήρια"

Πέμπτη 9 Αυγούστου 2018

Ο ΣΑΙΝ ΖΥΣΤ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ

Τι βλέπω; Όλος ο καλός και φιλοπρόοδος λαός
στην ώρα του· πάντα στην ώρα του·
πάντα εδώ και τώρα, έτοιμος να διεκδικήσει
την ευτυχία του – αν λέει κάτι αυτή η λέξη,
αν δεν είναι άλλη μια λέξη για την κόλαση.
Κι εγώ που έλεγα πως μετά τους Ρωμαίους
ο κόσμος άδειασε από βαρβάρους. Ο Σπινόζα
παραήταν αισιόδοξος –αν και όχι
δίχως κάποια δόση φιλοσοφικής μελαγχολίας–
όταν χαρακτήριζε –αν και όχι δίχως κάποια δόση
αφιλοσόφητης απελπισίας– το δυσαρεστημένο πλήθος
τελευταίους των βαρβάρων. Εγώ απλά
δεν μπορώ να πιστέψω πως υπήρξατε ποτέ ζωντανοί,
με σάρκα και αίμα και το απαραίτητο σκοτάδι
για την επιβίωση αυτού του ενοχλητικού κατοικίδιου,
που φωνάζουμε ψυχή, όταν γαυγίζει μες στην νύχτα.
Μάλλον μου φαίνεστε κάποιο είδος
σκιών, που τρέχουν πίσω απ’ την Εκάτη,
επιμένοντας πως η λύση στο μαρτύριο της ζωής
είναι πάντα το μαρτύριο της ζωής,
επειδή τάχα το σύμπαν ξέρει τι κάνει,
Πλάτωνος θέλοντος και θεού επιτρέποντος.
Ξέρει; Ρητορικό είναι το ερώτημα.
Μην δίνετε σημασία. Τι άλλο θα μπορούσε
να κάνει ένας απόμαχος –μέχρι θανάτου– επαναστάτης
από φιλοσοφία; Παρεμπιπτόντως, δεν θ’ απορούσα
αν στο μέλλον όλοι οι επαναστάτες
άρχιζαν την καριέρα τους φιλοσοφώντας.
Ένα κεφάλι πέφτει δυσκολότερα όταν είναι γεμάτο
ασαφή επιχειρήματα. Μέχρι να βρει τον δρόμο του
ο φιλοπρόοδος λαός, ανάμεσα στην ψεύτικη αλήθεια
και το αληθινό ψέμα, ο τύραννος έχει διαφθείρει
την παρθένα –κάθε φορά απ’ την αρχή– Ιστορία.
Τις περισσότερες φορές πεθαίνει γεμάτη αλκοόλ
και αφροδίσια νοσήματα σε κάποιο καταγώγιο
γι’ ανέργους και πόρνες. Πώς εμφανίζεται πάλι
διεκδικώντας την αθωότητά της
σε μια υποβαθμισμένη συνοικία του σύμπαντος,
γεμάτη βιαστές, διαφθορείς
και άλλους ευυπόληπτους πολίτες,
πραγματικά δεν το καταλαβαίνω.

Σας ζάλισα με την φιλοσοφία, αλλά...
αυτοί –οι εραστές της διαύγειας–
είναι ικανοί να πετούν ανέργους
στις διερχόμενες άμαξες, για ν’ αποδείξουν
πως μόνον ο άνθρωπος μπορεί να είναι εδωνά, Dasein –
σαν κραυγή Πρώσου μισθοφόρου δεν ακούγεται;
Κρίμα το άλογο! Ο αμαξάς; Ποιος νοιάζεται! Η κοινωνική
τάξη βρίσκεται στην φύση των πραγμάτων,
–κάτι σαν αίμα ή νερό ή λήμματα–
και δεν δανείζεται από το ανθρώπινο πνεύμα
παρά την μέριμνα να μπουν τα διάφορα υλικά
στην θέση τους, όπως έγραψα κάπου...
Ειρήσθω εν παρόδω,
θα είχατε περισσότερες πιθανότητες
να σταθείτε ειλικρινείς απέναντι στο ζώο σας
και τα ενοχλητικά όνειρά του,
αν με καταδικάζατε για την μανία μου να γράφω.
Θέλω να πω... Αφήστε το· δεν βγάζεις άκρη
με τις λέξεις. Του κεφαλιού τους κάνουν,
έτσι κι αλλιώς. Μόνο που δεν κινδυνεύουν να το χάσουν,
όσα κεφάλια κι αν χαθούν, προσπαθώντας
να διασχίσουν τον έρημο, στεγνό,
υπόκωφο, αρχαίο, τόπο των ονομάτων.
«Ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα», σας έλεγα.
«Όχι εμένα», λέγατε. «Εγώ δεν είμαι εχθρός
της επανάστασης. Είμαι...»
και η ακατοίκητη εκείνη αμηχανία
έπεφτε σαν λεπίδα στον λαιμό σας.
Εν πάση περιπτώσει· κάθε σιωπή
–αμήχανη ή πολυμήχανη– ματώνει·
με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ιδίως
όταν οι καιροί απαιτούν κραυγές.
Ιδού, λοιπόν, πώς φτάσαμε ως εδώ.
Πάει καλά. Ελπίζω ο κέρβερος να έχει βρει
μια καλύτερη δουλειά –καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας
σε οποιοδήποτε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο,
ή έμμισθος εθελοντής σε οποιαδήποτε
οργάνωση υπεράσπισης της διαφορετικότητας–
αλλιώς πάλι μπροστά σας θα με δείτε
και πάλι εδώ θα κριθεί η περιβόητη λεπίδα της Ιστορίας.
Κοίταξε γύρω σας: πώς θα μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει
τον επαναστάτη από τον πρώτο τυχόντα διαφθορέα;
Έχουν κι οι δυο την συνήθεια να κοιτάζουν μπροστά:
φιλανθρωπία ή δίψα για κερδοφορία, το ίδιο κάνει.
Τώρα ή έπειτα, σήμερα ή αύριο οι ιδέες εξαπατούν:
η ρυπαρή προσπάθεια του Λόγου να κρύψει
τα ελατήριά του. Υπάρχει μόνο ένα είδος
ειλικρινούς φιλοσόφου μετά τον Διογένη: ο παλιάτσος -
έγραψα μάλιστα κι ένα μικρό θεατρικό γι’ αυτό.
Ποιο τ’ όφελος; Ο Μολιέρος είχε δίκιο τελικά:
οι άνθρωποι προτιμούν να είναι κακεντρεχείς παρά γελοίοι.
Κι έτσι, έξω από το θέατρο: το θέατρο!

Εμπρός, ας τελειώνουμε. Έχω δουλειά –
εκεί κάτω ή εδώ πάνω, το ίδιο κάνει.


Γιώργος Μπλάνας

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Ο αρχαίος ρομαντισμός των άστρων


Λέω να μην μαζέψω τις λάμπες
να τις αφήσω να ωριμάσουν, να πέσουν μόνες τους

και να χαθούν μια για πάντα

Έτσι θα αφήσω τα αστέρια
ανενόχλητα από τον ημιμαθή Διαφωτισμό

να διακτινίζουν τον αρχαίο τους ρομαντισμό
στις σιωπηλές μου νύχτες






Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Αγάπη κάτω από τη γη


Τραμπουκομάνα Σαλονίκη
μ’ άδεια καλάζνικοφ σ’ εκδικούνται
παλιννοστούντες συμμορίτες απ' την Οδησσό
στην άκρη των χειλιών σου ιδρύεται η Εχθρική Εταιρία
πάνω σε νεοορθόδοξα τρίκυκλα τ' άμφια αλωνίζουν
και μ' εξαπτέρυγα σιρίτια βαράνε μπαλωθιές
ροπαλοφόροι αγιογδύτες
βαρόνοι θεσμικοί
η αγάπη μου για σένα είναι κάτω απ' τη γη
ναι, η αγάπη μου για σένα θα' ναι πάντα
κάτω απ' τη γη"



Γιώργος Πρεβεδουράκης, "Κλέφτικο"

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Η οντολογία του ποιήματος


Ένα ποίημα είναι αυτό το παραπάνω από


τις ατάκτως ερριμμένες λέξεις μιας παρτίδας σκραμπλ


ή μια συνταγή μαγειρικής


διαβάζοντας ένα ποίημα θα πρέπει


να χάνεις τα όρια μεταξύ παιχνιδιού και δραματικού διαλόγου


να χορταίνεις με τις λέξεις


και συνάμα να βυθίζεσαι σε μια βαθιά και αινιγματική συγκίνηση






Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Του χρόνου ΙV


ο Χρόνος ετοιμάζεται να τινάξει τον βαρύ χειμώνα για να αλαφρύνει το πέπλο της φύσης, θα χαϊδέψει τους βοριάδες με τις ανοιξιάτικες βροχές ως ξεπροβόδισμα, θα ψιθυρίσει στη θάλασσα τον ύμνο των κουρασμένων δελφινιών, θα απλώσει στη γη την πολύχρωμη γονιμότητα και θα ξαποστάσει με τη φλογέρα του Πάνα χαμογελώντας στα αποδημητικά πλάσματα, ακούραστος χαράκτης σωμάτων και πραγμάτων, κι εμείς θα κάνουμε όσα δεν κάνει ο Χρόνος, θα αλλάξουμε τα καλύμματα στην καθεστηκυία τάξη, θα φορέσουμε κοντά σορτσάκια στις πολυκατοικίες, θα ξαποστείλουμε βρίζοντας την ώρα που θα χαθεί από την αλλαγή της ώρας, θα ανανεώσουμε το μίσος στη δουλειά, θα αερίσουμε τις νοτισμένες μας συνάξεις, θα μαζέψουμε τα πτώματα από τις θάλασσές μας, θα κλωτσήσουμε τα πεσμένα νεράντζια, θα ξεσκονίσουμε με νόημα τον Οδυσσέα του Τζόυς, θα φιληθούμε στο στόμα για να αντλήσουμε κάτι από την περιρρέουσα ευεξία και θα αποπειραθούμε για μια ακόμη φορά να καρατομήσουμε τη δυσμένεια του μέλλοντός μας, για να κριθούμε, εντέλει, και πάλι από εκείνα τα δικά μας βλέμματα, εκείνα που καρφώνονται πάνω μας μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, βλέμματα σαν τις προσδοκίες μας που γλιστράνε μέσα από τις ανοιχτές μας χούφτες αφού δεν τις κλείνουμε, αφού δεν σφίγγουμε τις προσδοκίες στη γροθιά μας...



Από τα "Περήφανα Ελατήρια"

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Περήφανα ελατήρια



Για επαφή: thalerosk@gmail.com

*η συλλογή κειμένων μαζί με το cd κυκλοφορούν χέρι με χέρι χωρίς αντίτιμο και με ελεύθερη οικονομική συνεισφορά (στο πλαίσιο του εγχειρήματος της "συντεχνίαςσπλην": syntexnia.net). Μόλις εξαντληθεί η φυσική και διαζώσης διανομή το έντυπο υλικό θα ανέβει στο διαδίκτυο. Το cd υπάρχει ήδη στο διαδίκτυο στο κανάλι του Θαλερού στο youtube.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ο κόσμος ως πρόσχημα


Μια ομάδα ανθρώπων θέλησε να αλλάξει τον κόσμο
να καταργήσει τις προσβολές, τους εκβιασμούς,
τα προσχήματα και την αδράνεια


Ο κόσμος τοποθετήθηκε απέναντι στην ομάδα
γιατί θέλει αυτός να αποφασίσει αν θα αλλάξει
και δήλωσε ότι αν αποφασίσει ότι θέλει
θα το κάνει με τους δικούς του όρους


Θεώρησε ότι προσβάλλεται
κατηγόρησε την ομάδα για εκβιασμό
και με όλα αυτά έντυσε το πρόσχημα της αδράνειάς του


Έκτοτε, η επιλογή είναι ξεκάθαρη:


ή θα είσαι με την ομάδα που θέλει να αλλάξει τον κόσμο
ή θα είσαι ο κόσμος που χωρίζεται από την ομάδα
με πρόσχημα την υπεράσπιση του δικαιώματός του να αλλάξει ή όχι


Κάθε σύγχυση μεταξύ των δύο αυτών επιλογών είναι επιτηδευμένη




Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

(και γιατί;)


Παγωμένη μια μέρα άνοιξε
συνοπτικά και κοιτώντας η ώρα να περάσει
αφηγήθηκε μικρούς υπαίθριους περιπάτους

πιό σιγά...
μπορεί να πάει προς τα πίσω;

θέλω να πω πως κάπου εκεί
(μου διαφεύγει το μέρος ακριβώς)
μα κάπου είχαμε μία παύση
ξαπλώσαμε ανάσκελα
μετά μπρούμυτα
και μετά ανοίξαμε το τάπερ
μιλούσαμε πολύ αραιά
και τρυφερά
όπως πιέζεις με το δάχτυλο
τη ζύμη για να δεις αν φούσκωσε
αγγίζαμε το βάθος του άλλου
κι εκείνο, αν ήταν έτοιμο, επανερχόταν

ξαφνικά
γίναμε μικροί κόκκοι άμμου
στα μεγάλα μποφόρ
ακούγαμε μόνο βουητά
και βλέπαμε κουνημένα χρώματα
αναποδογυρίσματα και κρύο
πέφταμε με φόρα πάνω στα πάντα
τα σώματά μας διέγραφαν το σφύριγμα του ανέμου
και τρέχαμε χωρίς να μπορούμε καν να κουραστούμε
χωρίς να μπορούμε να σταματήσουμε

η ώρα άμα της βάλεις λίγο αυγουλάκι με το πινέλο
θα σκουρύνει πάνω στη λεία της ράχη
κι εσύ θα νιώθεις πως όντως της τράβηξες λιγάκι
τ αυτάκι πως όντως παραείναι ζαβολιάρα

στην ιστορία μας λοιπόν υπάρχουνε κοιλιές
μεγάλες άβολες παύσεις και πόζες αμηχανίας
υπερβολικές γκριμάτσες σωτήριες επαναλήψεις
λάθος βλέμματα και αρρυθμίες

τι θάτανε το παζλ χωρίς τις άκρες του;
ένα ανεξάντλητο μαρτύριο, ένα χωρατό
σίγουρα κάτι χωρίς νόημα
κι άχρηστο

ποιος θα άντεχε άραγε ένα παζλ χωρίς άκρες;

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Στη Μυτιλήνη, Φθινόπωρο 2017


Για να το διαβάσεις/κατεβάσεις, εδώ

Για επικοινωνία: klakson@espiv.net

Περιστολής

Από τον λόγο της περιστολής
στην αυτοπεριστολή του λόγου

από τα blog των φλύαρων υπαρξιακών αναζητήσεων
στο facebook των συμπτυγμένων ασκήσεων απεγνωσμένης αναγνωρισιμότητας

κι από το twitter των 280 χαρακτήρων του αχαρακτήριστου εξυπνακισμού
στο instgram της απόλυτης ανυπαρξίας λόγου

κι ύστερα θα ανακαλυφθεί η καινούργια νοηματική γλώσσα
για κωφάλαλες συνειδήσεις

έρμαιων του πιο χυδαίου θετικισμού
και της ακόμη πιο χυδαίας μεταπρατικής κοινωνίας

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Αυτό να πεις


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.

Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.

Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα
πες για το τίποτα στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.

Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου
μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.

Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

Έκτωρ Κακναβάτος, από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Όχι

Όχι
δεν στέρεψες και δεν ορφάνεψες
Ναι
έχεις πιάσει τη ζωή από τα κέρατα
και μερικές φορές δεν έχεις πού να την αφήσεις

περπατώ στις ερωτήσεις σου
για την αγάπη και τα σκοτάδια
και τα "πώς γίνεται;"
και νιώθω την αγωνία
να λούζει το κεφάλι τους

δεν σε ξέρω για να πω ότι
θέλεις να είναι αλλιώς, θέλεις
την αγάπη ένα κατώφλι που μια φορά
όποιος το περνά ποτέ δεν σε ποδοπατά
θέλεις και το σκοτάδι σου όμορφο
και καλοφόρετο να τυλιχτούν

μα η αγάπη ζει με τους τρόπους
κι αυτών που δεν την έχουν μάθει
και το σκοτάδι σου μπορεί
λίμνη μαύρη να λιώνει τα κουράγια

χαίρομαι που μ' ακούς να πασαλείβω
το σώμα μου με ματωμένους στίχους
τις νύχτες που πετάω μακριά
τα ιδρωμένα σεντόνια και ανακάθομαι
αμήχανος απέναντι στο ήσυχο σκοτάδι

να ξέρεις ότι οι ίσκιοι μου τις νύχτες
δεν απαγγέλουν αλλά κοιμούνται
στη ντουλάπα περιμένοντας
τον δικό τους ήλιο να τους αναστήσει

κρίμα που δεν μου έγραψες τότε
που θα εξόριζες  τους πεταμένους
έρωτες και τους χαμένους συντρόφους
στις ληγμένες διαδρομές των εισιτηρίων

ίσως θα πρέπει να τους αφήσεις
στα σημειώματα, στα γράμματα, στα νεύματα
κάπου στο αγαπημένο σου συρτάρι
μακριά από τα εκκαθαριστικά της εφορίας

Α! Δεν καπνίζω... μη γίνεις στάχτη

και μην ξεχάσεις το ραντεβού μας στο σούρουπο



Θαλερός


Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Με πορφύρωσαν



Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα




Θεοδοσία Μαρινούδη

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»



"Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό) «μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια» «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).


Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.


Σταύρος Βαβούρης

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Μην ξεχνάς...



Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.


Έκτωρ Κακναβάτος