Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Ο αρχαίος ρομαντισμός των άστρων


Λέω να μην μαζέψω τις λάμπες
να τις αφήσω να ωριμάσουν, να πέσουν μόνες τους

και να χαθούν μια για πάντα

Έτσι θα αφήσω τα αστέρια
ανενόχλητα από τον ημιμαθή Διαφωτισμό

να διακτινίζουν τον αρχαίο τους ρομαντισμό
στις σιωπηλές μου νύχτες






Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

Αγάπη κάτω από τη γη


Τραμπουκομάνα Σαλονίκη
μ’ άδεια καλάζνικοφ σ’ εκδικούνται
παλιννοστούντες συμμορίτες απ' την Οδησσό
στην άκρη των χειλιών σου ιδρύεται η Εχθρική Εταιρία
πάνω σε νεοορθόδοξα τρίκυκλα τ' άμφια αλωνίζουν
και μ' εξαπτέρυγα σιρίτια βαράνε μπαλωθιές
ροπαλοφόροι αγιογδύτες
βαρόνοι θεσμικοί
η αγάπη μου για σένα είναι κάτω απ' τη γη
ναι, η αγάπη μου για σένα θα' ναι πάντα
κάτω απ' τη γη"



Γιώργος Πρεβεδουράκης, "Κλέφτικο"

Παρασκευή 6 Απριλίου 2018

Η οντολογία του ποιήματος


Ένα ποίημα είναι αυτό το παραπάνω από


τις ατάκτως ερριμμένες λέξεις μιας παρτίδας σκραμπλ


ή μια συνταγή μαγειρικής


διαβάζοντας ένα ποίημα θα πρέπει


να χάνεις τα όρια μεταξύ παιχνιδιού και δραματικού διαλόγου


να χορταίνεις με τις λέξεις


και συνάμα να βυθίζεσαι σε μια βαθιά και αινιγματική συγκίνηση






Κυριακή 18 Μαρτίου 2018

Του χρόνου ΙV


ο Χρόνος ετοιμάζεται να τινάξει τον βαρύ χειμώνα για να αλαφρύνει το πέπλο της φύσης, θα χαϊδέψει τους βοριάδες με τις ανοιξιάτικες βροχές ως ξεπροβόδισμα, θα ψιθυρίσει στη θάλασσα τον ύμνο των κουρασμένων δελφινιών, θα απλώσει στη γη την πολύχρωμη γονιμότητα και θα ξαποστάσει με τη φλογέρα του Πάνα χαμογελώντας στα αποδημητικά πλάσματα, ακούραστος χαράκτης σωμάτων και πραγμάτων, κι εμείς θα κάνουμε όσα δεν κάνει ο Χρόνος, θα αλλάξουμε τα καλύμματα στην καθεστηκυία τάξη, θα φορέσουμε κοντά σορτσάκια στις πολυκατοικίες, θα ξαποστείλουμε βρίζοντας την ώρα που θα χαθεί από την αλλαγή της ώρας, θα ανανεώσουμε το μίσος στη δουλειά, θα αερίσουμε τις νοτισμένες μας συνάξεις, θα μαζέψουμε τα πτώματα από τις θάλασσές μας, θα κλωτσήσουμε τα πεσμένα νεράντζια, θα ξεσκονίσουμε με νόημα τον Οδυσσέα του Τζόυς, θα φιληθούμε στο στόμα για να αντλήσουμε κάτι από την περιρρέουσα ευεξία και θα αποπειραθούμε για μια ακόμη φορά να καρατομήσουμε τη δυσμένεια του μέλλοντός μας, για να κριθούμε, εντέλει, και πάλι από εκείνα τα δικά μας βλέμματα, εκείνα που καρφώνονται πάνω μας μέσα από τις παλιές φωτογραφίες, βλέμματα σαν τις προσδοκίες μας που γλιστράνε μέσα από τις ανοιχτές μας χούφτες αφού δεν τις κλείνουμε, αφού δεν σφίγγουμε τις προσδοκίες στη γροθιά μας...



Από τα "Περήφανα Ελατήρια"

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Περήφανα ελατήρια



Για επαφή: thalerosk@gmail.com

*η συλλογή κειμένων μαζί με το cd κυκλοφορούν χέρι με χέρι χωρίς αντίτιμο και με ελεύθερη οικονομική συνεισφορά (στο πλαίσιο του εγχειρήματος της "συντεχνίαςσπλην": syntexnia.net). Μόλις εξαντληθεί η φυσική και διαζώσης διανομή το έντυπο υλικό θα ανέβει στο διαδίκτυο. Το cd υπάρχει ήδη στο διαδίκτυο στο κανάλι του Θαλερού στο youtube.

Παρασκευή 19 Ιανουαρίου 2018

Ο κόσμος ως πρόσχημα


Μια ομάδα ανθρώπων θέλησε να αλλάξει τον κόσμο
να καταργήσει τις προσβολές, τους εκβιασμούς,
τα προσχήματα και την αδράνεια


Ο κόσμος τοποθετήθηκε απέναντι στην ομάδα
γιατί θέλει αυτός να αποφασίσει αν θα αλλάξει
και δήλωσε ότι αν αποφασίσει ότι θέλει
θα το κάνει με τους δικούς του όρους


Θεώρησε ότι προσβάλλεται
κατηγόρησε την ομάδα για εκβιασμό
και με όλα αυτά έντυσε το πρόσχημα της αδράνειάς του


Έκτοτε, η επιλογή είναι ξεκάθαρη:


ή θα είσαι με την ομάδα που θέλει να αλλάξει τον κόσμο
ή θα είσαι ο κόσμος που χωρίζεται από την ομάδα
με πρόσχημα την υπεράσπιση του δικαιώματός του να αλλάξει ή όχι


Κάθε σύγχυση μεταξύ των δύο αυτών επιλογών είναι επιτηδευμένη




Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 2018

(και γιατί;)


Παγωμένη μια μέρα άνοιξε
συνοπτικά και κοιτώντας η ώρα να περάσει
αφηγήθηκε μικρούς υπαίθριους περιπάτους

πιό σιγά...
μπορεί να πάει προς τα πίσω;

θέλω να πω πως κάπου εκεί
(μου διαφεύγει το μέρος ακριβώς)
μα κάπου είχαμε μία παύση
ξαπλώσαμε ανάσκελα
μετά μπρούμυτα
και μετά ανοίξαμε το τάπερ
μιλούσαμε πολύ αραιά
και τρυφερά
όπως πιέζεις με το δάχτυλο
τη ζύμη για να δεις αν φούσκωσε
αγγίζαμε το βάθος του άλλου
κι εκείνο, αν ήταν έτοιμο, επανερχόταν

ξαφνικά
γίναμε μικροί κόκκοι άμμου
στα μεγάλα μποφόρ
ακούγαμε μόνο βουητά
και βλέπαμε κουνημένα χρώματα
αναποδογυρίσματα και κρύο
πέφταμε με φόρα πάνω στα πάντα
τα σώματά μας διέγραφαν το σφύριγμα του ανέμου
και τρέχαμε χωρίς να μπορούμε καν να κουραστούμε
χωρίς να μπορούμε να σταματήσουμε

η ώρα άμα της βάλεις λίγο αυγουλάκι με το πινέλο
θα σκουρύνει πάνω στη λεία της ράχη
κι εσύ θα νιώθεις πως όντως της τράβηξες λιγάκι
τ αυτάκι πως όντως παραείναι ζαβολιάρα

στην ιστορία μας λοιπόν υπάρχουνε κοιλιές
μεγάλες άβολες παύσεις και πόζες αμηχανίας
υπερβολικές γκριμάτσες σωτήριες επαναλήψεις
λάθος βλέμματα και αρρυθμίες

τι θάτανε το παζλ χωρίς τις άκρες του;
ένα ανεξάντλητο μαρτύριο, ένα χωρατό
σίγουρα κάτι χωρίς νόημα
κι άχρηστο

ποιος θα άντεχε άραγε ένα παζλ χωρίς άκρες;

Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Στη Μυτιλήνη, Φθινόπωρο 2017


Για να το διαβάσεις/κατεβάσεις, εδώ

Για επικοινωνία: klakson@espiv.net

Περιστολής

Από τον λόγο της περιστολής
στην αυτοπεριστολή του λόγου

από τα blog των φλύαρων υπαρξιακών αναζητήσεων
στο facebook των συμπτυγμένων ασκήσεων απεγνωσμένης αναγνωρισιμότητας

κι από το twitter των 280 χαρακτήρων του αχαρακτήριστου εξυπνακισμού
στο instgram της απόλυτης ανυπαρξίας λόγου

κι ύστερα θα ανακαλυφθεί η καινούργια νοηματική γλώσσα
για κωφάλαλες συνειδήσεις

έρμαιων του πιο χυδαίου θετικισμού
και της ακόμη πιο χυδαίας μεταπρατικής κοινωνίας

Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017

Αυτό να πεις


Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.

Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.

Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.

Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα
πες για το τίποτα στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.

Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου
μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.

Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

Έκτωρ Κακναβάτος, από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)

Τρίτη 31 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη 25 Οκτωβρίου 2017

Όχι

Όχι
δεν στέρεψες και δεν ορφάνεψες
Ναι
έχεις πιάσει τη ζωή από τα κέρατα
και μερικές φορές δεν έχεις πού να την αφήσεις

περπατώ στις ερωτήσεις σου
για την αγάπη και τα σκοτάδια
και τα "πώς γίνεται;"
και νιώθω την αγωνία
να λούζει το κεφάλι τους

δεν σε ξέρω για να πω ότι
θέλεις να είναι αλλιώς, θέλεις
την αγάπη ένα κατώφλι που μια φορά
όποιος το περνά ποτέ δεν σε ποδοπατά
θέλεις και το σκοτάδι σου όμορφο
και καλοφόρετο να τυλιχτούν

μα η αγάπη ζει με τους τρόπους
κι αυτών που δεν την έχουν μάθει
και το σκοτάδι σου μπορεί
λίμνη μαύρη να λιώνει τα κουράγια

χαίρομαι που μ' ακούς να πασαλείβω
το σώμα μου με ματωμένους στίχους
τις νύχτες που πετάω μακριά
τα ιδρωμένα σεντόνια και ανακάθομαι
αμήχανος απέναντι στο ήσυχο σκοτάδι

να ξέρεις ότι οι ίσκιοι μου τις νύχτες
δεν απαγγέλουν αλλά κοιμούνται
στη ντουλάπα περιμένοντας
τον δικό τους ήλιο να τους αναστήσει

κρίμα που δεν μου έγραψες τότε
που θα εξόριζες  τους πεταμένους
έρωτες και τους χαμένους συντρόφους
στις ληγμένες διαδρομές των εισιτηρίων

ίσως θα πρέπει να τους αφήσεις
στα σημειώματα, στα γράμματα, στα νεύματα
κάπου στο αγαπημένο σου συρτάρι
μακριά από τα εκκαθαριστικά της εφορίας

Α! Δεν καπνίζω... μη γίνεις στάχτη

και μην ξεχάσεις το ραντεβού μας στο σούρουπο



Θαλερός


Σάββατο 21 Οκτωβρίου 2017

Με πορφύρωσαν



Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα




Θεοδοσία Μαρινούδη

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2017

Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»



"Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό) «μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια» «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).


Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.


Σταύρος Βαβούρης

Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Μην ξεχνάς...



Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.


Έκτωρ Κακναβάτος

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Δαπανήθηκα

Δαπανήθηκα στις λόχμες
μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά
έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.
Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου
και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια
μίσους ήχους στον αγέρα
λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο
ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους
και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού
στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο
στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.
Τραλαριαλό τουλίτ λο.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι – κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι- κομματάκι.

Γιώργος Μακρής


*Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε το 1923 και αυτοκτόνησε το 1968. Υπήρξε εξέχουσα μποέμ φιγούρα των πνευματικών αναζητήσεων των δεκαετιών ΄60 και ΄70. Ο Γιώργος Μακρής εκφράστηκε με όλα τα είδη του λόγου, αλλά όσο ήταν εν ζωή δεν δημοσίευσε τίποτε από το δικό του πρωτογενές έργο. Υπήρξε αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού « πάλι». Στο ίδιο περιοδικό βρίσκουμε μια μετάφρασή του της « Ηλιόπετρας » του Οκτάβιο Πάζ, αλλά και άλλες μεταφράσεις. Επίσης γνωστή και άξαφνη είναι η προκήρυξή του για την ανατίναξη των αρχαίων μνημείων με πρώτο την Ακρόπολη

Τρίτη 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ποιητική συνταγή

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα


τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι, 


δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες


πέντ' έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα


κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.


Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα


λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.


Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια

αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες

δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες

μία νυχτερίδα, μία χελώνα
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα

βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση

και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.


Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια

έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα...

Σε μια θεόχτιστη ρίξ' τα παδέλα


ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,

βρυσούλας γέννημα... ή και απ' αυλάκι.


Πέσε τ' ανάσκελα και πίθωσέ τα

στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.


Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,

καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.


Άσ' την παδέλα να πάρη βράση, 

μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.


Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,

και είναι έτοιμο μ' επιτυχία


γιαχνί αθάνατο, ποιητικό...

Κένωσ' το, κένωσ' το ζεστό ζεστό


σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο...

και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.


Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλήθεια;


Ένας άνθρωπος περπατάει μαζί με τον διάβολο και βλέπει κάποιον άλλο να μαζεύει κάτι από τον δρόμο. Ρωτάει λοιπόν τον διάβολο «Τι μάζεψε αυτός από κάτω;». Του απαντάει εκείνος: «Μια μικρή αλήθεια». Τον ξαναρωτά τότε «Δεν φοβάσαι;», και του απαντά ο διάβολος «Όχι, θα τον βάλω να την οργανώσει».


Κάτι από τα πεζά κείμενα του N. Kαρούζου

Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Δάχτυλο

Πάνω στην εκκολαπτόμενη μέρα
της αϋπνίας, ο κόκορας και οι καμπάνες
κι ο ρόγχος του βουνού στεγνώνουν
τις πιτζάμες τους
Μικρά ζευγάρια μάτια χωμένα στο βουνό
αρνούνται να παραδοθούν, να μοιραστούν τον χώρο τους
να παίξουν
Ο ήλιος ανατέλλοντας εξαφανίζει την πόλη κάτω απ τις
ακτίνες του
Όλα μοιάζουν με ομιχλώδη, ακαθόριστη κατεβασιά

Σήμερα η σκέψη κινείται γύρω απ το δάχτυλο καθαυτό
η σκέψη είναι το δάχτυλο, είναι μέσα του
εφάπτεται στο ανάγλυφο δέρμα, ακολουθεί τα αποτυπώματα
εξαντλείται μετέωρη στην κορυφή του
Πόσες φορές το δάχτυλο στερήθηκε την υλική του υπόσταση
τους παλμούς, τη γεύση του, το τρέμουλό του
εξ αιτίας αυτού που έδειχνε;

Δευτέρα 3 Ιουλίου 2017