Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Πανάκεια













Ο πυρετός
κι όλες οι ζέστες του κόσμου
οι εσωτερικές
σε φέρνουν στο προσκήνιο
με μια απλότητα
ακτίνας που διαπέρασε
2-3 σειρές πολυκατοικιών
και μια γρίλια
πίσω απ΄τα μάτια
το βάρος αφόρητο

γέρνω μπροστά
προς το χέρι σου
για να περάσει

Τρίτη 24 Μαρτίου 2015

σημαιάκια λιγδιασμένα

Οι δρόμοι ανοιχτοί.
Οι ταβέρνες φίσκα.
Σήμερα το θέλει η μέρα
Μπακαλιάρο-σκορδαλιά.
Κυάλια κρεμασμένα
Σημαιάκια λιγδιασμένα.
Βαράει και ο ήλιος
και η σκορδαλιά.
Μια σκατόμυγα στο μάτι του παιδιού
μετά την παρέλαση. 25 Μαρτίου 77.



Κατερίνα Γώγου

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Μια τοιαύτη εορτή...

«Διότι μία τοιαύτη εορτή της τρέλλας και της αθυροστομίας [αι Απόκρεω], είναι ανάγκη της ανθρωπίνης ψυχής, ως η εξομολόγησις· είναι δικλείς από την οποίαν εκφεύγει το περίσσευμα της δυσφορίας ημών διά την υπόκρισιν εις ην μας αναγκάζουν αι κοινωνικαί συνθήκαι· είναι μικρά επανάστασις του αφελούς και πρωτογενούς ανθρώπου, τον οποίον δεν εδάμασαν ακόμη εν ημίν, ούτε θα δαμάσουν ίσως ποτέ εντελώς οι νόμοι του λεγομένου πολιτισμού.»
Ιωάννης Κονδυλάκης, από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμ. Γ.Π. Σαββίδης).

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

Το ημερολόγιο ενός βαρβάρου

Είμαστε λίγο δικηγόροι, λίγο ποιητές,
λίγο σύζυγοι, λίγο ερωμένοι
περήφανοι και τιποτένιοι μαζί.
Λίγο πλάσματα αγαθά και λίγο καθάρματα
[...]
Είμαστε λίγο ποιητές, λίγο δικηγόροι,
ξέρομε να φωνάζομε ξέρομε να σιωπούμε
έχομε μια καρδιά, πολλές καρδιές, όσες χρειαστούν,
για να χωρέσει ο ωκεανός που κρύβομε δω μέσα.


Νίκος Παπάς, , 1957

[Kύριε, άνθρωποι απλοί], [Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

 [Kύριε, άνθρωποι απλοί]

Kύριε, άνθρωποι απλοί
πουλούσαμε υφάσματα,
(κι η ψυχή μας
είταν το ύφασμα που δεν τ' αγόρασε κανείς).
Tην τιμή δεν κανονίζαμε απ' την ούγια
η πήχη και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμίς ποτέ:
η αμαρτία μας.

Eίχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
―πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα―.
Tώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας·
Kύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!



[Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
 

Δημήτρης Αντωνίου

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

...αντιεκλογικό τραγούδι: "Στην οδό του Μπλαμαντώ"




Στην οδό του Μπλαμαντώ
έχουν στήσει τα πατάρια
και ακονίσαν τα ξινάρια
για να κόψουν τα κεφάλια.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
πάν' οι δήμιοι στη δουλειά τους
δε σας λέω χωρατό
για να κόψουν Πατριάρχους
και Στρατάρχους και Ναυάρχους.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
φτάνουν οι κυρίες σωρό
οι λουσάτες με τα βέλο
μα τους λείπει το τσερβέλο
και μαζί και το καπέλο.
Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ


Jean Paul Sartre (απόδοση: Αλέξη Σολομού)

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

πατρίδα μου όλη η Γη...



Όταν σε συγκροτεί μια πατρίδα
εξουδετερώνεις την έννοια της συγκρότησης:
προσδίδεις στον παράγοντα τύχη
χαρακτήρα υπαρξιακής νομοτέλειας

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Πέργκολα


Αφήνω μικρές οπές
χαμογέλου μηχανικά
διασχίζοντας ξανά 
την αποβάθρα.

Ξέρω πως 
ο αμφιβληστροειδής
βαθιά στριφογυρνάει
και κουλουριάζεται.

Ο μηχανισμός έχει χαλάσει
ανοιγοκλείνει
κλείνει ξανά μπορεί να ζει
στην προβολή του.

Ο χρόνος δεν είναι διάσταση
ποιός τόλμησε να πει τέτοια βλακεία;

Ο χρόνος είναι υλικό

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Μικρές ανακοινώσεις

Στάση Ελευθερία

Προσοχή στο κενό μεταξύ διασυρμού και αυταπάτης

Να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Μπορεί να γίνουν επικίνδυνα όταν τους δίνετε αξία μεγαλύτερη από την αξία χρήσης τους.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Πύρειος νίκη

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία,

στη μακρινή εξορία.

Σε βουνά, σ' έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.




Φ. Κάφκα
1922

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Τί επαναστατικό...

...θα ήταν το ποιηταριάτο αν δεν έτρεχε για το Νίκο Ρωμανό;

Αφιερωμένο εξαιρετικά:



In many a time, in many a land
with many a gun in many a hand.
They came by the night, they came by the day
came with their guns to take us away.

With a knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Back in the days of the Roman Empire
they died by the cross and they died by the fire.
In the stone coliseum, the crowd gave a roar
and it all began with that knock on the door.

Just a knock on the door, knock on the door.
here they come to take one more, one more

The years have all passed, we've reached modern times
the Nazis have come with their Nazi war crimes.
Yes, the power was there, the power was found
six million people have heard that same sound.

That old knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Now there's many new words and many new names
the banners have changed but the knock is the same.
On the Soviet shores with right on their side
I wonder who knows how many have died.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Look over the oceans, look over the lands
look over the leaders with the blood on their hands.
And open your eyes and see what they do
when they knock over their friend, they're knocking for you.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more
With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Phil Ochs

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Το ιστιοφόρο



Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί. 

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά. 

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.-

Τεύκρος Ανθίας 




Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Μέλιος

Τα ψιχία, το ψύχος
οι ψυχές.
Οι χαμένες συντεταγμένες,
τα σημεία στο χάρτη,
αυτά τα γαμημένα σημεία
που ξεχνιούνται θεαματικά.
Αυτά που υπάρχουν
και δεν είναι "μετά",
αυτά που επιμένουν να βρίσκονται μπροστά μας.
Τα ταπεινά σημεία,
τα υπάρχοντα σημεία,
τα σημεία που σκουπίζονται κάτω
από τα χαλάκια των ιδεολογιών.
Αυτά που επανέρχονται θριαμβευτικά
με πόνο και πρησμένα μάτια,
καμπουριασμένα από την αμείλικτη πραγματικότητα,
αυτή την ίδια που ποτέ δεν καταργήθηκε.
Αυτή τη γαμημένη πραγματικότητα που
οι διάφοροι κύκλοι φρόντισαν να την προσβάλουν
ως "αφήγημα".

Σας έχω ένα νέο:
Ο Μέλιος ζει
και δεν έχει facebook.

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2014

Διάλεξε

'Οταν όσα άσχημα θέλεις εσύ να πεις για τον εχθρό σου τα λέει ο εχθρός σου καλύτερα από σένα για τον εαυτό του, τότε είναι γελοίο να διαπραγματεύεσαι την επιθετικότητά σου εναντίον του. Η προσπάθειά του να σε αφοπλίσει, να σε ματαιώσει για να σε ενσωματώσει μεταμορφωμένο ως μια νέα αβανγκάρντ εκδοχή του, απαντιέται με άρνηση. Με την δημιουργική εκείνη άρνηση που στοχεύει όχι στην άτρωτη φαινομενολογία του εχθρού αλλά στην τρωτή του ουσία. Όχι δηλαδή στο πεδίο που ορίζει ο εχθρός, στο πεδίο όπου τα Πάντα μετατρέπονται σε Τίποτε, αλλά εκεί που το Τίποτε θέλει να γίνει τα Πάντα: κι αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ αν λείπεις Εσύ. Δεν θα συμβεί ποτέ χωρίς Εσένα. Αυτή είναι η δύναμή σου που -μπορεί να αγνοείς Εσύ αλλά- τρέμει ο εχθρός σου.

Θαλερός

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Εντός, εκτός και επί τα αυτά


Μπορεί και να σε αφορά
η ετεροκλιτη δυσφορια
της οποιας η κουνια
ανεμοδερνεται
σ΄ανέφικτο ύψος

Μπορεί και να σεργιανησα
τον χρόνο απ την αρχή ξανα
και γρηγορότερα
προς το συναισθηματικο
_κουραφέξαλα_
παρον

Το δωρο σου
στερείται υλικότητας
χωρις υποδομη.

Είναι μια δυνατότητα
που θα κινειται
όχι για πολυ ακομη
_βαρομετρικο χαμηλο_
πάνω απ το σπιτι
μεχρι να γινει
εκπτωτο και βαρυ
ξανά η αφορμή για ανέβασμα
_Σισυφέ ήξερες για τον κυκλο του νερού;_

Απ ολες τις μικρες φιαλες οξυγονου
που για καλο και για κακο
κουβαλας καθε φορα που αλαφραινεις
(στο διαστημα δεν είναι "βάρος")
διαθλάσαι

και καθε φορα που η φωνη σου
προλαβαινει την αιτιοφοβη
καταδυση στην παρουσία
το κάνει μ ενα μικρο, μικρουτσικο
φορτιο εκπνοης

Γιατί, όπως και να το κάνουμε,
το αντίθετο του παρόντος
είναι το απόν..

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Μια θαλερή ιστορία...

 Θαλερό


Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.

(Άγγελος Σικελιανός ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)


...και μια ιστορία των στίχων 25-36


Το όμορφο Θαλερό το επισκεπτόταν πολύ συχνά στις αρχές του αιώνα (1915) ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Εκεί εμπνεύστηκε ένα από τα αριστουργήματά του, το "ΘΑΛΕΡΟ". Το μικρό αυτό χωριό έγινε χάρη στον Σικελιανό γνωστό σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο και κέρδισε την αιωνιότητα. Πολλά μπορούν να αλλάξουν, να χαθούν, στα χρόνια που έρχονται. Πάντα όμως θα υπάρχει ένας ποιητής να απαγγέλλει με θαυμαστή φωνή το "ΘΑΛΕΡΟ" του Άγγελου Σικελιανού. Το ποίημα αναφέρει και μια πανέμορφη κοπέλα του χωριού. Την αρχοντοθυγατέρα (Μαρία Παύλου).
Τα Χριστούγεννα του 1978, ο φίλος Γιώργος Αμάραντος, συνάντησε την κυρία Μαρία Παύλου, η οποία του μίλησε για τα χρόνια εκείνα, που ο Σικελιανός επισκεπτόταν το Θαλερό και αυτή ήταν η αρχοντοθυγατέρα του ποιήματος.

"Η ΑΡΧΟΝΤΟΘΥΓΑΤΕΡΑ"
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
Εξήντα περίπου χρόνια πέρασαν από τότε, όταν για πρώτη φορά είδε το φως της δημοσιότητας στο φύλλο μιας επαρχιακής εφημερίδας της Κορινθίας το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "ΘΑΛΕΡΟ". Και σήμερα για μια ακόμη φορά ακούγεται και πάλι ο λυρικός λόγος του Σικελιανού εμπνευσμένος από το Θαλερό και την αρχοντοθυγατέρα του Μαρία Παύλου.
ΘΑΛΕΡΟ
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη
.............................................................
.............................................................
Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη, στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,
που η όψη της σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της Παρθενιάς τη φλόγα,
κι’ απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά στα στήθη της τ’ αμάλαγα
χώριζ’ ολόρτη η ρόγα,
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρειε η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.
Χριστούγεννα 1978. Καθισμένη δίπλα στο τζάκι, στο σπίτι του Σωτήρη Αμάραντου, μια ψηλόλιγνη φιγούρα με πλούσια γκρίζα μαλλιά "πλεμένα" σε κοτσίδα, η αρχοντοθυγατέρα του Σικελιανού κοιτάζει τις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς να γλύφουν με λαιμαργία τα κούτσουρα από πεύκο, και ξαναθυμάται. Συγκινημένη από τη χειρονομία του νεαρού ποιητή να της απαγγείλει τους στίχους του Σικελιανού, "τους δικούς της στίχους", ξαναγυρίζει το πρόσωπό της προς το παρελθόν, φανερά σφραγισμένο από τις μνήμες των χαμένων ευκαιριών να ξετυλίγονται αργά, αργά από την ανέμη του χρόνου και να καλπάζουν ανάερα ολονυχτίς μέσα στις άδειες ώρες και στην αστροφεγγιά της Χριστουγεννιάτικης νύχτας.
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαλμένος από τα βάθη της ψυχής, μια ωχρότητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπο από τα χρόνια και την έντονη συγκίνηση και η διήγηση της αρχοντοθυγατέρας αρχίζει δισταχτικά, λες και ο φόβος της γνώσης πετρώνει τον λόγο στ’ απολιθωμένα χείλη.
"Βρισκόμαστε περίπου στα 1916. Ήμουν τότε 14 έως 15 ετών. Όπως κάθε φορά που ο Σικελιανός ανέβαινε από τη βίλα του στη Συκιά Κορινθίας στο Θαλερό, έτσι και σήμερα όλοι οι Θαλερίτες έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν και να τον καλωσορίσουν. Ανέβαινε συχνά θυμάμαι στο Θαλερό. Αγαπούσε το χωριό μας γιατί εμπνεόταν. Κυρίως του άρεσε να γράφει στο "ξάγναντο", κάτω από τον μεγάλο πεύκο, με θέα όλη την πεδινή περιοχή, τον Κορινθιακό και πέρα τ’ αχνόφεγγα βουνά της Ρούμελης.
Και κάτου από την κληματαριά την άγουρη, μ’ επρόσμενε
στο ξάγναντο το σπίτι
στρωτό τραπέζι πούφεγγε λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του αποσπερίτη.
Ήταν νομίζω απόγευμα καλοκαιριού. Εκείνη την ημέρα εφούρνιζα στην αυλή του σπιτιού μου και δεν μπόρεσα να βγω στο δρόμο για να τον χαιρετήσω.
Κάθε φορά που ο Άγγελος, ο όμορφος καβαλάρης, ανέβαινε στο Θαλερό συνοδευόταν από την γυναίκα του την Εύα, ντυμένη με αρχαίες χλαμύδες και από πολλές κοπέλες των καλυτέρων οικογενειών της περιοχής. Κάποτε έπαιρναν μαζί τους και τον Γλαύκο, τον μικρό γιο του Σικελιανού και της Εύας.
Εγνώριζα πολλά από τα κορίτσια που συνόδευαν τον Σικελιανό. Με πολλές ήμουν φίλη και συμμαθήτρια, και πάντοτε περνούσαν από το σπίτι μου για να με χαιρετήσουν ή να μου ζητήσουν κάτι. Θυμάμαι μια φορά μου εζήτησαν ένα σεντόνι για να ξαπλώσουν κάτω από τον πεύκο.
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχθηκε
ν’ αναπαυτή λιγάκι
Πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι!…
Εκείνη την ημέρα λοιπόν ήμουν απασχολημένη με το ψήσιμο του ψωμιού, όταν πέρασαν να με χαιρετήσουν η Έλλη Μαργαρίτη και η Άννα Μιχαλοπούλου.
Γεια σου Μαρία, τι βλέπουμε! Φουρνίζεις; Θα μας φιλέψεις μια λαγάνα;
Μ’ όλη μου την καρδιά κορίτσια, ελάτε αργότερα όταν ψηθούν να σας φιλέψω. Καθίστε όμως να σας ψήσω καφέ! Όχι τώρα Μαρία, η παρέα μας προχώρησε και θα τους χάσουμε, όταν ξαναπεράσουμε για τις λαγάνες θα πιούμε και το καφεδάκι μας.
Απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, όταν ξαφνικά είδα να μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού μου ο Σικελιανός, η Εύα και όλη η παρέα τους.
Φτερούγισε η καρδιά μου από την ταραχή, κι εφλογίσθηκαν τα μάγουλά μου από την αμηχανία. Τους έβαλα να καθίσουν ολόγυρα στην αυλή, τους επρόσφερα ζεστή λαγάνα και ανοίγοντας το ντουλάπι στο κατώι έβγαλα κερήθρες, σπάνιο γλύκισμα για την εποχή εκείνη.
Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα τριγύρα μου και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο.
Όλοι έφαγαν με όρεξη μα πιο πολύ ο Άγγελος ο οποίος μ’ ευχαρίστησε χαϊδεύοντας τις δυο χοντρές πλεξούδες μου.
Να! Έτσι ακριβώς, σαν να ήταν τώρα".
Και τα μάτια της γριάς κυρίας βουρκώνουν και θαμπώνουν το κρύσταλλο των γυαλιών της. Περνά λίγη ώρα, βυθισμένη στις σκέψεις της, και η διήγηση ξαναρχίζει μ’ ένα τόνο περισσότερο πονετικό, περισσότερο νοσταλγικό.
"Πέρασαν αρκετές ημέρες από τότε, σχεδόν το είχα ξεχάσει όταν ο Βλάσης ο Γαρέζος μου χτύπησε μια μέρα το φεγγίτη και μου έδωσε να διαβάσω το φύλλο μιας εφημερίδας, νομίζω της "ΣΙΚΥΩΝ".
Μαρία, διάβασε το ποίημα που έγραψε ο Σικελιανός για το Θαλερό!
Όταν διαβάζοντας έφθασα στους στίχους που ανέφεραν εμένα, τις πλεξούδες μου, το λαιμό μου, τα στήθη μου, ένοιωσα βεβαίως μια απέραντη ευχαρίστηση, όμως τρόμαξα μήπως και το αντιληφθεί ο πατέρας μου, γι’ αυτό και το’ σκισα γρήγορα. Άραγε τι θα έλεγε ο κόσμος διαβάζοντας αυτούς τους στίχους; Ευτυχώς εκείνη την εποχή λίγοι διάβαζαν εφημερίδα κι έτσι γι’ αρκετό καιρό δεν συνέβη τίποτα.
Πέρασαν τα χρόνια, εγώ παντρεύτηκα, ο Σικελιανός άρχισε τις προετοιμασίες για τις Δελφικές γιορτές του 1926, οι φίλες μου σκορπίσανε. Δυστυχώς όμως δεν τον βοήθησαν όπως του άξιζε, και έπαθε οικονομική καταστροφή. Αλλά, τι τα θυμόμαστε τώρα πια! Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όλα ξεθώριασαν στο μυαλό μου. Σ’ ευχαριστώ όμως παιδί μου που μ’ έκανες να ξαναθυμηθώ τόσα γεγονότα, ένιωσα πάλι νέα και όμορφη όπως ήμουν και τότε".
Και η αναπόληση των περασμένων τελειώνει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό, ένα αίσθημα λάθους, μέσα σε μια αβάσταχτη σιωπή, σχεδόν μεταφυσική, που πότε πότε διακόπτεται από τον κρότο που κάνουν οι φλούδες του πεύκου καθώς τινάζονται από το αναμμένο τζάκι. 

Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

βιβλιοθήκη

Ποτέ δεν θυμάμαι,
ποτέ δεν μπορώ να ανακαλέσω
ή
να περιγράψω τα πόμολα
που κλείνουν τις πόρτες του σπιτιού μου.

Δεν υπάρχει λόγος.
Δεν υπάρχει λόγος τελικά
να ασφαλιστούν τα δωμάτια.

Θυμάμαι - κι αυτό αρκεί -
σε ποιά ράφια αναπαύονται τα βιβλία μου.

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

της Κατερίνας...

Αυτή η γυναίκα
σε πιάνει από το χέρι όταν χάνεσαι,
είναι η φίλη
όταν βυθίζεσαι,
κοιμάται σαν βρέφος
ξυπνάει σαν καταιγίδα
γελάει σαν παιδί,
τινάζει τα πόδια της ευχαριστημένη
τη στιγμή που υποδέχεται τα καινούργια της δώρα.

Αυτή η γυναίκα
κατευνάζει
αγχωμένη
τον ίδιο το Θάνατο
τη στιγμή που πατάει με προσηλωμένη
μανία
τα πλήκτρα του πιάνου της.

Αυτή η γυναίκα
αποφασίζει να ζήσει
αρμονικά
με αυτά που ορίστηκαν ως ψεγάδια,
αυτή,
αποφασίζει να φτύσει
τα ινστιτούτα,
τα καθωσπρέπει,
τις άτριχες,
άοσμες
και άκαμπτες βλακείες.

Σ' αυτή τη γυναίκα
δεν βρέχει ξένος όμβρος.

Αυτή η ίδια
είναι η βροχή.