η συμβουλή:


ιδού το έργο στο σύνολό του:
Και ερωτώ κύριοι: γιατί σιωπά ο Ε.Σ.;
η συμβουλή:


ιδού το έργο στο σύνολό του:
Και ερωτώ κύριοι: γιατί σιωπά ο Ε.Σ.;
Η δουλειά ενός αγγέλου
Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις
Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα
Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα
Και η χλόη
Και η θάλασσα
Και οι σκύλοι
Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη
Έχω ένα χαρτοφύλλακα
Μια συμπαγή επαγγελματική
Προσωπικότητα
Όμως και οι άνθρωποι
Ώρες ώρες
Μου θυμίζουν κάτι
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Όμως η μνήμη μου
Δεν με απατά
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Και η μνήμη μου μοιάζει
Σαν τις αναμμένες λαμπάδες
Την Ανάσταση
Που με πήγαινες
Μικρή
Πάντως και οι άγγελοι
Που φυλάγουν
Τις δήθεν σιδηροδρομικές
Διαβάσεις
Είχαν το πέος
Κάπου στο στήθος
Όμως το πρόσωπό τους
Ήταν φτιαγμένο
Από το χώμα
Ενός άλλου πλανήτη
Ώρες ώρες
Νιώθω λιγάκι
Εξωγήινη
Και οι άνθρωποι
Μου θυμίζουν
Κάτι
Και πίνω
Γιατί
Ώρες ώρες
Νιώθω λίγο εξωγήινη
Κι εκεί στα μπαρ
Κάπου στο σώμα
Σαν νάχαν φτερά
Κι από το στόμα τους
Σαν τσιγάρο
Κρέμεται
Το συκώτι τους
Όμως νομίζω
Ότι κάποτε
Γνώρισα
Έναν άγγελο
Έκανε τον πόνο
Άθελά του
Όμως το αποτέλεσμα
Του πόνου
Ήταν ένα έργο τέχνης
Κάπως σα νύχτα
Με φωτεινά μανιτάρια
Κι όταν πέθανε
Η γιαγιά μου
Νόμιζα ότι είχα
Δει
Ότι ξαναπέθαινε
Κι όταν έψαξα
Να τη βρω
Είδα ένα λύκο
Με ένα
Λευκό
Τριαντάφυλλο
Στο
Στόμα
Και τα δάση κάπως
Μου θυμίζουν τα δάση
Και τα άλογα έχουν
Κάπως μεγαλύτερα μάτια
Κι ότι ένα άλογο
Πέρασε μια καβαλάρισσα
Μια τέτοια σιδηροδρομική
Διάβαση
Ο άγγελος κατέβασε
Τη γιαγιά μου
Και σκότωσε
Το λύκο
Κι έμεινε το τριαντάφυλλο
Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια
Πίσω από μια κυλότα
Που αιωρείτο στο στερέωμα
Μια βιντεογραφική κάμερα
Έδειχνε σε κάποιον
Κατώτερο υπάλληλο
Του ουρανού
Δυο άντρες που περπατούσαν
Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες
Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες
Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου
Ο άλλος ήταν καποιος που είχα δει
Να κοιμάται
Με το κεφαλι ακουμπισμένο
Πάνω στον μπάγκο
Του μπαρ
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Και πού και πού πίνω
Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά
Ο κόλπος μου μετατοπίζεται
Έξω από το κορμί μου
Προς ένα σημείο
Εφαπτόμενο του κεφαλιού
Πάνω στον μπάγκο του μπαρ
Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ
Περίπου σαν κι αυτά
Που πίνουν οι ηλιαχτίδες
Του ήλιου
Ενός ήλιου
Που μοιάζει κάπως
Με τον ήλιο.
Κι ακούω
Ένα γέλιο
Που μοιάζει
Με το γέλιο
Των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω
Ένα κλάμα
Που μοιάζει
Με το κλάμα
Των σκύλων
Στον ουρανό
Και πίνω πού και πού
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Στα μπαρ
Ανάμεσα
Στο κάπου
Και στο πουθενά
Σκύλων λιγάκι διαφορετικών
Αλλά όσο πιο δυνατα
Παίζει η μουσική
Τόσο πιο πολύ
Ακούω
Το γέλιο των σκύλων
Και το κλάμα των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω ιστορίες
Ότι είχα διαβάσει
Για το κοιμισμένο
Κεφάλι
Στον μπάγκο
Του μπαρ
Σ’ ένα μυθιστόρημα
Στο ίδιο μυθιστόρημα
Η μαμά μου λέει
Πως το δάσος
Με τις λεύκες
Υπάρχει
Μόνο που δε φαίνεται
Γιατί το κρύβουν
Πυκνά σύννεφα
Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα
Ακούω κι άλλες ιστορίες
Τις ακούω
Τόσο ζωντανά
Όσο το γέλιο
Και το κλάμα
Των σκύλων
Αλλά μόνο τις ακούω
Δεν τις σκέπτομαι
Δεν μπορώ να σκεφτώ
Γιατι κουβαλώ
Αυτό το μεγάλο
Χαρτοφύλλακα
Που μοιάζει με χαρτοφύλακα
Που είναι γεμάτος
Φάρμακα για τρελούς
Και ποιήματα
Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα
Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα
Δεν ξέρω
Ποιος έγραψε
Αυτά τα ποιήματα
Ίσως ο άντρας που κοιμάται
Στο μπαρ
Η μαμά μου
Μου λέει
Πως τα έγραψαν
Οι λεύκες
Το τρομερότερο
Όλων
Είναι
Πως
Φαντάζομαι
Ότι
Το μπαρ
Και ό,τι υπάρχει
Μέσα
Και γύρω
Από το μπαρ
Καταστρέφονται
Από ένα τραίνο
Κάπως σαν τραίνο
Αφού δεν υπάρχουν
Τραάνα
Και το μόνο
Που μένει
Είναι
Εκείνο
Το άσπρο
Τριαντάφυλλο
Που είχα ακούσει
Κάπως
Κάποτε
Αλλά τώρα δεν θυμάμαι
Κάπως δε θυμάμαι
Δεν θέλω να θυμάμαι
Φτερά φτερά φτερά
Θέλω ν’ αγκαλιαστώ
Και να πετάξω
Με φτερά
Φτερά πεθαμένων αγγέλων
Ανυπέρβλητων
Όμως μαμά
Έχω διακοπές
Ώρες ώρες νιώθω
Εξωγήινη
Και ξεχνάω
Κάπως σαν να ξεχνάω
Α, θυμήθηκα
Πάω διακοπές
Πάω για μπανια
Πάω ν’ αγοράσω
Ένα μπικίνι
Ένα αληθινό μπικίνι
Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει
Με κάπως σαν μπικίνι.
Τίποτα περισσότερο από μία φωνή αλληλεγγύης των ανθρώπων,
νεύματα, χειρονομίες, συγκίνηση, δάκρυ και οργή,
εκεί όπου συναντιέται η μοίρα με τις συνειδητές αρνήσεις
των φτωχών και των αδύναμων αυτού του κόσμου,


Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,
ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί,
περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο
κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,
πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
Τις ερωτεύτηκε, τις μίσησε, τις πίστεψε, τις πρόδωσε, τις τιμώρησε, τις βοήθησε, τις αγάπησε, τις προστάτευσε, τις στεναχώρησε… τις ζωγράφισε.
Μια ματιά, μια καλλιτεχνική ματιά που κατάφερε να συλλάβει τη θλίψη, τον πόνο, την ηδονή, την ανάγκη και την ελπίδα αυτών των γυναικών.
Ένα χέρι αποφάσισε εδώ και μήνες να φιλοξενώ στο δωμάτιο μου δύο από αυτές. Ατέλειωτες κουβέντες, ατέλειωτες εξομολογήσεις.
Και είναι φοβερό πως μπορείς να αλλάξεις έναν πίνακα χωρίς πινέλο. Απλά με τα μάτια.

Ο Διονύσης Σολωμός, ως γνωστόν, μοίρασε τα χρόνια της ζωής του ανάμεσα στην Ιταλία, την Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Η κύρια γλώσσα του ήταν η ιταλική και στην δεύτερη γλώσσα του, την ελληνική, είχε ανέκαθεν πολλά εκφραστικά προβλήματα. Έγραψε πολλά ποιήματα στην ιταλική γλώσσα, που επαναλαμβάνω ήταν και η κύρια γλώσσα του, ποιήματα που από τους ιταλούς –και όχι μόνο- θεωρούνται μέτρια. Τα ποιήματα, ωστόσο, που έγραψε στην ανάπηρη ελληνική του γίνανε σε τέτοιο βαθμό αποδεκτά ώστε καθιερώθηκε ως «εθνικός ποιητής».
Τί λέτε; Να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε το οξύμωρον;

Το μοτό των ολυμπιακών αγώνων, των αγώνων της μεγέθυνσης του πνεύματος του πρωταθλητισμού, έχει συμπυκνωθεί στο τρίπτυχο : γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα (swifter, higher, stronger).
Στις ημέρες μας που σύσσωμη η ελληνική κοινωνία πέφτει για άλλη μια φορά από τα σύννεφα για το ντοπάρισμα των αθλητών της, η χρήση των αναβολικών θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση για την κατοχύρωση των υψηλότερων βάθρων στις εθνικές αποστολές. Και φυσικά για την κατοχύρωση αυτής της περιζήτητης εθνικής δόξας, της εθνικής υπερηφάνειας, της εθνικής συνοχής.
Οι μέρες που διανύουμε απαιτούν πανηγυρισμούς και κορναρίσματα στην Ομόνοια, παρά γκρίνιες, διαμαρτυρίες και ξεσηκωμούς της κοινωνίας απέναντι στα επιθετικά σχέδια όσων μας άρχουν.
Για αυτό κι έχουν σπεύσει σύσσωμοι οι άρχοντες να καλύψουν προπονητές, αθλητές κι ορμόνες.
Μεθυλτριενόλη παντού λοιπόν....
"Η κινεζική φαρμακευτική εταιρεία Betapharma, που έχει ως έδρα τη Σανγκάη, είναι θυγατρική της ομώνυμης αμερικανικής εταιρείας με έδρα το Νιου Χέιβεν του Κονέκτικατ.
Η μητρική εταιρεία ιδρύθηκε το 1995 με σκοπό την παρασκευή και διάθεση φαρμακευτικών ουσιών και προϊόντων βιοτεχνολογίας. Το παράρτημα της Κίνας έχει ουσιαστικά αναλάβει τον ρόλο της διανομής των προϊόντων που παρασκευάζονται στις ΗΠΑ.
Οπως αναφέρει η ιστοσελίδα της εταιρείας, «παρέχουμε περισσότερα από 10.000 χημικά γενικής έρευνας και 1.000 προϊόντα βιοτεχνολογίας, σε ποσότητες από ένα γραμμάριο μέχρι όσες χρειάζονται για εμπορική χρήση».
Στα 13 χρόνια λειτουργίας της η εταιρεία έχει συνάψει περισσότερα από 1.000 συμβόλαια τόσο με ιδιώτες όσο και με φαρμακευτικές εταιρείες. Οπως προκύπτει από την ιστοσελίδα, η Betapharma διακινεί τα περισσότερα προϊόντα της με παραγγελίες μέσω του Ιντερνετ.
Περισσότερες από 1.660 σελίδες με προϊόντα αποτελούν τον κατάλογο της εταιρείας. Καθένα από αυτά καταγράφεται με τη χημική του σύνθεση, τον αριθμό της πατέντας, το μοριακό του βάρος και φυσικά την τιμή. Στην ιστοσελίδα αναφέρονται και οι... πιστωτικές κάρτες που δέχεται η εταιρεία."
(από τον αστικό τύπο)

όσο κι αν
τελειώνουν πια οι μέρες
πέρασαν πια τα χρόνια
αναχωρούν πια οι κάτοικοι
κρύωσαν πια οι ενισχυτές
άδειασαν πια οι βιβλιοθήκες
ηρέμησε πια το κουδούνι
το σπίτι στο οποίο λίγο ή πολύ όλοι
συναντηθήκαμε
μεγαλώσαμε
γελάσαμε
κλάψαμε
τσακωθήκαμε
καταφύγαμε
δεν παύει παρά να παραμένει
ζωντανό στις αναμνήσεις μας
ζωηρό ενέχυρο για τις επιλογές μας
ζωογόνο απέναντι στη θλίψη του πολιτισμού της εξατομίκευσης
ζητούμενο για τους καιρούς που διανύουμε