Ήλιους καύσιμους, φορούν στους ώμους, περίλαμπρες παγερές σελήνες Στο ένα χέρι πυρκαγιές, ξέχειλες θάλασσες στο άλλο Απ τα ρουθούνια, λίβας ξεμυτίζει Λέξεις στο στόμα, έναρθροι χείμαρροι, κατατρεγμών το αλφαβητάρι Οι μενεξεδένιες του σώματος κλωστές, λάβα που κοχλάζει Στις δυο χαράδρες,μάτια μάθανε πως λέγονται εδώ, της ιστορίας ακατάπαυστες προβολές Σπείρες αλγόριθμες απλώνουνε τα αυτιά εξελίσσοντας, την λογισμική αποδόμηση.
Τρίτη 11 Αυγούστου 2009
Σκέφτομαι εσένα Και όσα δεν κατάφερα να πω Ανάμεσα σε νότες, σελίδες και αισθήματα Για κάθε τώρα και τότε Για κάθε μπορεί και ίσως Στην πορφυρή την θάλασσα έβρεξα το πρόσωπό μου Δάμασα τα κύματα και αγκάλιασα τα βουνά Καμπύλωσα τον χώρο και σταμάτησα τον χρόνο Σκέφτομαι εσένα Και όσα ποτέ δεν είπες Ανάμεσα στην λογική και το συναίσθημα Για κάθε πρέπει και θέλω Για κάθε όχι και ναι Σε βρήκα στον γκρεμό που είχες κρυφτεί Σμίλευσα το εύθραυστο σου σώμα Ταξίδεψα στον μουντό ουρανό Σκέφτομαι εσένα Και όσα ποτέ δεν είδες Ανάμεσα στην ομίχλη και την λιακάδα Για κάθε τότε και μόνο Για κάθε
Ξαναζούμε καθώς προσπερνάμε βιαστικά τις καταφάσεις, προσταγές της σιωπής πνιγμένες στην ύλη της μελαγχολίας. Δε χάθηκε η επαφή μόνο παραμέρισε για χάρη της νοσταλγίας. Κι εμείς πότε πότε χαμογελάμε στα τρυφερά αγγίγματα κι άλλοτε λυπούμαστε κρυφά για τις στιγμές που μας προσπέρασαν.
Αιγιάλια αβάσταχτη προσμονή στης προκυμαίας την άκρη. Μες στα σκοτάδια γνέφει στο νοτισμένο αλμυρό αυτό ποίημα που ούτε καν το βλέπει. Παρά ενστικτωδώς το ψηλαφίζει το χαϊδεύει λέξη προς λέξη. Δίνοντας νόημα στο απύθμενο χρώμα της νυχτιάς. Ενός βυθού αντίστροφου. Στο βάθος του ορίζοντα την απέναντι όχθη πεφταστέρια, να σηματοδοτούνε στα δυο του μάτια, τα αστρικά της κλάματα. Το κύκνειό τους άσμα.
Μ’ αρέσουν τα χρωματοπωλεία. Μ’ αρέσει ακίνητος μέσα τους να απολαμβάνω την περίεργη ηρεμία που αναδύουν. Σήμερα πήγα ν’ αγοράσω μια βούρτσα για την αφισοκόλληση. Σε λίγες μέρες έχουμε συγκέντρωση στην κεντρική πλατεία. Συγκέντρωση ενάντια στην καταστολή και τα νέα μέτρα που δρομολογούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Θυμάμαι μια παλιότερη συγκέντρωση (πρέπει να έχουν περάσει 5 – 6 χρόνια) στην ίδια πλατεία. Είχε κοντοσταθεί ανάμεσα στον κόσμο ένας πιτσιρικάς ρακοσυλλέκτης. Κάτι εβδομάδες νωρίτερα και μετά το πέρας πρωινής διαδήλωσης (δεν θυμάμαι ποιας) καθίσαμε με την αδερφή μου να φάμε σε ψητοπωλείο των αγίων αναργύρων. Ο εν λόγω πιτσιρίκος λοιπόν άραξε στο παραδίπλα τραπέζι και παρήγγειλε δύο σκέτες πίτες. Αδύνατο παιδί αλλά γερό και με μια λάμψη στο πρόσωπο απερίγραπτη. Με την Κατερίνα (η αδερφή μου) αποφασίσαμε να τον κεράσουμε μια μερίδα. Καλέσαμε τη σερβιτόρα και της ανακοινώσαμε την απόφασή μας. Αυτή γέλασε (λίγο πικρά εδώ που τα λέμε) και είπε «δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτεί, είναι πολύ περήφανος» «τι ρόλο βαράει ο μικρός;» «ρακοσυλλέκτης» «πόσο είναι;» «ξέρω γω; δέκα - έντεκα χρονώ τον κάνω» «κάνε μια προσπάθεια» «ΟΚ». Του πήγε τη μερίδα στο τραπέζι. Ο τύπος γύρισε, μας κοίταξε, έκανε ένα νεύμα μεταξύ «ευχαριστώ» και «αφήστε με ήσυχο», άφησε τα ψιλά για τις πίτες κι έφυγε κουβαλώντας το σακί του. Ντραπήκαμε. Καλά κάναμε.
Στη συγκέντρωση που έλεγα πριν (κι από την οποία πρέπει να έχουν περάσει 5 – 6 χρονάκια) το τυπάκι αυτό καθόταν ανάμεσα μας χαμογελαστό κι αμίλητο. Έδειχνε να απολαμβάνει τη μουσική που έπαιζε η μικροφωνική. Εγώ τον χάζευα επίσης χαμογελαστός κι ασάλευτος. Σκέφτηκα να του πιάσω την κουβέντα μπας και διδαχτώ τίποτα. Τον πλησίασα και το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν αν ήθελε μπισκότο (έτρωγα μπισκότα εκείνη την ώρα). Γύρισε και με κοίταξε με το πιο ώριμο, γαλήνιο και αξιοπρεπές βλέμμα που έχω συναντήσει. «όχι ευχαριστώ» «μη σε ζαλίζω ε;» «με περιμένουν, γεια» «γεια». Ντράπηκα. Καλά έκανα.
Μετά χρειάστηκε να πάω στο χρωματοπωλείο. Δε θυμάμαι γιατί. Μ’ αρέσουν οι μυρωδιές των χρωματοπωλείων. Δεν ξέρω γιατί. Δεν έχω καταφέρει να γράψω ένα τραγούδι για τον Πιτσιρίκο. Δεν ξέρω τι.
Λες μετά τόσα χρόνια να βρέθηκε στους δρόμους του Δεκέμβρη; Λες; Ε; Λες να πέρασε από την ΑΣΟΕΕ, το πολυτεχνείο, οπουδήποτε; Κι αν τον έβλεπα τι θα του έλεγα; Θα έπρεπε να του πω κάτι; Θα τον αναγνώριζα; Μην ξεχάσω αύριο να πάρω γλουτολίνη γιατί μας τελείωσε.
ευγενικιά περήφανη μελαγχολία ύψος χαμόγελο και λευτεριά επιτέλους σας βρίσκω στην όχθη της καρδιάς μου ένα βράδυ όπου η θάλασσα εισχωρεί βαθιά στις χώρες των βουνών
ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς πιο νέος από τη νιότη του βράδυ όπου πόνεσε πολύ μα όπου πια τίποτε πια τίποτε δεν είναι μάταιο τίποτε για τη στάχτη...
Το αγαθό, το γενναίο, το πανάσχημο τέρας που καθυβρίζεται με σκαιότητα στις ταινίες του Χόλλυγουντ, το Τέρας, όπου μεροληπτεί εναντίον το κοινόν, το Τέρας, που "κερδίζει τας μάχας και χάνει - πάντα - τον πόλεμον"
α!, το Τέρας πώς θάθελα να το σώζω επεμβαίνοντας την τελευταία στιγμή με οποιονδήποτε όπλον - το ξίφος, την σφενδόνη, το δηλητήριο - ή θρυμματίζοντας μ' ένα ρόπαλο το φακό του οπερατέρ!..
Κάποια όνειρα που βλέπω, μ' αρέσει να τα διηγούμαι. Τι είδα χτες. Ένας ερημίτης κόβει λουλούδι και λέει στους μαθητάδες ολόγυρα: "Βλέπετε τίποτα σ' αυτήνε την πράξη;" Ο ένας λέει πως είναι αγάπη για τ' άνθη κι ομοίωση μαζί τους. Ο άλλος λέει πως είναι η μη-συνείδηση και τείνει σε κινήσεις μη-χρησιμότητας. Ένας άλλος αποκρίνεται πως ήτανε μια ανάπαυλα της αγιότητας. Ο ερημίτης πάει στο μίσχο, δένει το λουλούδι με σπάγγο, λέγοντας: "Ήτανε μια πράξη εξουσίας". Και έμεινε άφωνος έως θανάτου, κατά το όνειρο που είδα.
Για όσους κι όσες έχουν τη δυνατότητα, το χρόνο ή/και την περιέργεια, περάστε μία βόλτα από το πεζοδρόμιο της Σκουφά στο Κολωνάκι. Η περιπλάνηση στην καρδιά του κόσμου των εμπορευμάτων σταματά στον αριθμό 38 κι επαναφέρει τις μνήμες του Δεκέμβρη. Ενός Δεκέμβρη για τον οποίο ακόμη μιλάμε κι έχουμε την ανάγκη -και κάθε φυσικά λόγο- να μιλάμε. Αλλά τί γίνεται όταν μιλάνε οι άλλοι για "εμάς"; Τί γίνεται όταν μιλάνε οι άλλοι για όλους αυτούς τους χιλιάδες που βρέθηκαν στους δρόμους; Πώς είναι δυνατόν η βία των εξεγερμένων να αφομοιωθεί από τις φωτεινές προθήκες των καταστημάτων; Αυτές τις προθήκες των καταστημάτων που ποτέ δε θα πάψουν να φωτίζουν τη βία των εμπορευμάτων;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια φτωχογειτονιά κάπου στη δυτική Αττική. Η γονείς μου οι γνωστοί επαρχιώτες που έφτασαν στην πόλη αυτή για την επίτευξη του μικροαστικού τους ονείρου που η φυγή τους από την επαρχία τους είχε υποσχεθεί. Όταν άρχισα το σχολείο με φώναξε η μαμά μου να με ενημερώσει για το δικό της επάγγελμα. Μου είπε ότι όποιος με ρωτάει τι δουλειά κάνει εγώ θα πρέπει να απαντώ πως δουλεύει σε μια βιοτεχνία με πουκάμισα. Πράγματι ανακύκλωνα αυτά της τα λόγια για πολλά χρόνια. Πραγματικό επάγγελμα μητρός καθαρίστρια. Σε σπίτια, σε μαγαζιά, ανασφάλιστη, με αφεντικά με αυξημένη ανάγκη για δούλους. Με συνεχείς διαπραγματεύσεις των λιγοστών χρημάτων που της έδιναν, με συνεχείς παρακλήσεις για καταβολή δώρων και επιδομάτων αδείας που σπανίως λάμβανε. Και όλα αυτά αντί για φωνή την γέμισαν ντροπή. Το στόμα της θωρακίστηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν την θυμάμαι ποτέ να παραπονιέται ούτε σε εμάς. Τους δικούς τους ανθρώπους. Πριν καν μεγαλώσω αποφάσισα να σπάσω εγώ αυτή τη σιωπή για λογαριασμό όλων μας. Εγώ δεν ντρεπόμουν. Εγώ δεν φοβόμουν να πω ότι η μητέρα μου είναι καθαρίστρια. Πριν καν μεγαλώσω της μίλησα. Και πριν καν μεγαλώσω μου μίλησε και εκείνη για την ντροπή της, για το φόβο της, για την συμπεριφορά της «καλής κοινωνίας» απέναντι στο προσωπικό της που το έχει ανάγκη κυρίως για αισθητικούς λόγους.
Η σιωπή έσπασε σε όλη την οικογένεια σιγά σιγά.
Πραγματικό επάγγελμα μητρός ανασφάλιστη καθαρίστρια. Πραγματικό επάγγελμα μητρός ανασφάλιστη καθαρίστρια που δεν θα πάρει ποτέ σύνταξη. Πραγματικό επάγγελμα μητρός ανασφάλιστη καθαρίστρια που όσες φορές ζήτησε κάτι που δικαιούται απολύθηκε. Πραγματικό επάγγελμα μητρός ανασφάλιστη καθαρίστρια που όσες φορές άρθρωσε λόγο για τα δικαιώματα της την εξύβρισαν. Πραγματικό επάγγελμα μητρός «Κωνσταντίνα Κούνεβα».
«Το βιτριόλι έπεσε και στα μάτια της μάνας μου. Το βλέμμα της είναι πιο καθαρό. Το βιτριόλι έπεσε και στις φωνητικές χορδές της μάνας μου. Η φωνή της είναι πιο θαρραλέα. Το βιτριόλι έπεσε και στη ψυχή της μάνας μου. Και η ντροπή της σχεδόν εξαφανίστηκε.» Έδωσε λεφτά για τη θεραπεία της Κωνσταντίνας, ήθελε να κατέβει στο δρόμο (και ας μην τα κατάφερε) και τόλμησε να ομολογήσει στο μεγαλοαστικό σόι του πατέρα μου το επάγγελμα της.
Μου είπε: «Στεναχωριέμαι για την Κωνσταντίνα. Τα βράδια τη σκέφτομαι.» Της είπα: «Σ’αγαπώ πιο πολύ σήμερα»
Ο αντίχειρας ο δείκτης ο μέσος ο παράμεσος κι όλοι οι λόγοι του κόσμου σε αγαστή συνεργασία με την πέτρα με τη φωτιά με την κραυγή σε χορό κάποιον Δεκέμβρη με μια σφαίρα στην καρδιά και με οξύ στα μάτια.