Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010
Θεώρημα
Το Πυθαγόρειο θεώρημα αντηχούσε στ' αυτιά του Ι. τη στιγμή που ξυπνούσε υπό τους ήχους του συνεπέστατου ξυπνητηριού του στις 7 το πρωί.
"Εντάξει, είναι λογικό μετά από μια σκατένια μέρα να βλέπεις περίεργα όνειρα. Αλλά να σκάει μύτη από το πουθενά ο μαθηματικός κύριος Τρακλαπής και να σου απαγγέλει το Πυθαγόρειο πάει πολύ. Στο κάτω-κάτω έχουν περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια."
Αυτά σκεφτόταν ο Ι. οδεύοντας προς το μπάνιο για να φέρει εις πέρας τις παγκοσμίως γνωστές δουλειές που κάνει κανείς στο χώρο αυτό με τις χίλιες δυο ονομασίες. Στην πόρτα λοιπόν του WC συνάντησε τον αγουροξυπνημένο συγκάτοικό του.
-Τσίου ρε Ι.
-Θυμάσαι τον Τρακλαπή;
-Άσε μας ρε καημένε πρωινιάτικα. Που τον θυμήθηκες το μαλάκα;
-Τον είδα στον ύπνο μου.
-Περαστικά!
Το τελευταίο ακούστηκε ενώ ο συγκάτοικος είχε ήδη ξεκινήσει την αποπεράτωση του έργου του κι ενώ ο Ι. ακουμπούσε με το δεξί ώμο στον τοίχο φέρνοντας στο νου του την εικόνα του μαθηματικού: ευθυτενής, λιγνός, ντυμένος πάντα στην τρίχα, αγέλαστος, άκρως απαξιωτικός προς τους κακούς μαθητές, με ψιλή φωνή, οπαδός της σαφήνειας, της ευταξίας και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης. "Πρέπει να γίνουμε Ευρωπαίοι" επαναλάμβανε κάθε τόσο και απαιτούσε από τους μαθητές και τις μαθήτριες να μη σηκώνουν άτακτα το χέρι στον αέρα για να πάρουν το λόγο αλλά να ακουμπάνε τον αγκώνα στο θρανίο και σχηματίζοντας ορθή γωνία να τείνουν το δάκτυλο προς το ταβάνι. Στην περί δακτύλου απαίτηση δε συνάντησε ποτέ πρόβλημα διότι απλούστατα οι μαθητές και οι μαθήτριες που είχαν ποτέ να πουν κάτι στο μάθημα του ήταν έξι συγκεκριμένα άτομα, μελετηρά και πρόθυμα εξευρωπαϊσμένα. Στους έξι συγκαταλεγόταν κι ο Ι. ενώ το υπόλοιπο σώμα της αίθουσας χωριζόταν - σύμφωνα πάντα με τον καθηγητή - στους αδύναμους με ελπίδες, στους απελπιστικά αδύναμους, στους αδιάφορους και στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας, ήτοι, στον ζωηρό αλλά κατά κοινή ομολογία όλων ανεξαιρέτως πανέξυπνο συμμαθητή Στέλιο.
Ο προφέσορας είχε βάλει πραγματικά τον Στέλιο στο μάτι και ήθελε να το καταστήσει σαφές εξ' ου και η φοβερή διαπίστωση και δημόσια δήλωση κάποια μέρα ότι ο τελευταίος ανήκει στον πάτο. Οι λόγοι αυτής της συμπεριφοράς του παραμένουν άγνωστοι και χρήζουν επισταμένη έρευνας, αλλά ας αφεθεί το ζήτημα προς το παρόν. Σημειώνεται πάντως ότι σ' ένα από τα διαλείμματα της ίδιας μέρας ο Στέλιος πέρασε μπροστά από τον Τρακλαπή τραγουδώντας την αξέχαστη επιτυχία "αμοιβαία τα αισθήματα μωρό μου αμοιβαία τα αισθήματα" κηρύσσοντας τον πόλεμο. "Εγώ αυτουνού θα του κάνω χοντρό χουνέρι, αλλά θέλει ψαγμένα πράγματα η φάση να του γίνει η μούρη κρέας", είπε ο Στέλιος.
Δυο τρεις μέρες μετά, ο μέγας ατάραχος κι αγέλαστος κύριος Τρακλαπής έθεσε κάποιο ερώτημα στην τάξη. Αυτή τη φορά όμως δεν ακολούθησαν μόνον έξι άτομα πιστά την οδηγία αγκώνας-θρανίο-ορθή γωνία. Ουχί. Παρών δήλωσε κι ο Στέλιος. Ο Στέλιος ο οποίος τη μία και μοναδική φορά που διεκδίκησε το λόγο στα μαθηματικά έτεινε επιδεικτικά και μειδιάζοντας το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού χεριού. Απλό, απλούστατο, τετριμμένο κι όμως αυτό ήταν: Αυτή η μικρή κίνηση του θρασιμιού κλόνισε σε τέτοιο βαθμό τον κόσμο του κυρίου Τρακλαπή ώστε βάζοντας σχεδόν τα κλάματα άρχισε έξαλλος να ουρλιάζει "ουστ βρωμόσκυλο, έξω τσογλάνι!". Έτρεμε σύγκορμος, του έπεσε η κιμωλία από το χέρι, χλόμιασε λες κι έβλεπε μπροστά του φάντασμα. Ο πάτος της κοινωνικής πυραμίδας αποχωρούσε θριαμβευτικά απ' την τάξη συμβουλεύοντας τον μαθηματικό: "Ας είστε πιο σαφής κύριε καθηγητά. Διευκρινίστε ποιό δάχτυλο σας ικανοποιεί. Κι ας είμαστε πιο ευπρεπείς. Θα μπορούσατε απλώς να τείνετε τον δείκτη προς την πόρτα για να μου υποδείξετε την έξοδο. Πότε θα γίνουμε επιτέλους Ευρωπαίοι;"
Η παράσταση έληξε με τα χαχανητά των μαθητών και μαθητριών (συμπεριλαμβανομένου του καλού μαθητή Ι.). Η χαριστική βολή όμως ήρθε όταν ο διευθυντής του σχολείου αντέτεινε πως ήταν υπερβολική η αξίωση του καθηγητή για δια παντός αποβολή του άτακτου μαθητή. "Μια μονοήμερη και το θέμα θεωρείται λήξαν κύριε συνάδελφε". Την επόμενη χρονιά ο Τρακλαπής φρόντισε να μην αναλάβει το τμήμα στο οποίο βρισκόταν ο Στέλιος.
Είχαν περάσει γύρω στα δέκα λεπτά. Ο συγκάτοικος βγήκε από το μέρος, ο Ι. μπήκε, τέλειωσε, βγήκε από το σπίτι, έβαλε μπροστά το μηχανάκι, οδήγησε μέχρι την εταιρεία, άνοιξε την πόρτα, καλημέρισε βαριεστημένα, χάζεψε το λόφο φακέλων που τον περίμεναν για διανομή και ξαναφέρνοντας στο νου του τον Στέλιο, τον Τρακλαπή και τα θεωρήματα μουρμούρισε:
"Το σύνολο των μεικτών μηνιαίων αποδοχών μου ισούται με το ποσό που δαπανά ο γιος του αφεντικού μου σε δύο βραδινές του εξόδους".
Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2010
Δ5
Ένιωσες το σύμπαν σου να καταστρέφεται
Μέσα σου βαθιά κάτι σκίρτησε
Όταν ένιωσες την απόσταση να μεγαλώνει
Ζείς με τον σκοπό και την αξία
Μα...σκεπάστηκες με σκουπίδια
Ερωτεύτηκες κι έχασες
Έχασες και βρήκες
Μα...ένιωσες ελευθερία
ακόμα και σ'αυτόν τον τεμαχισμένο διάδρομο
2,4,1000 μάτια σε κοίταξαν κι η σιωπή έγινε κραυγή
10,100,χιλιάδες γροθιές σ'αγκάλιασαν
και η μοναξιά έγινε βουή
Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2010
θυμάμαι κι ανακατεύομαι...
Πρώτα στήθηκε απέναντί μου και με μέτρησε με το βλέμμα
Μετά άρχισε να στραβώνει τα χείλη του
Προσπαθώντας να πετύχει μια άσεμνη γκριμάτσα
Πρόσεξε γύρω αν τον κοιτάνε οι διπλανοί του
Και άρχισε να βάζει και να βγάζει τη γλώσσα του νευρικά
Κοιτώντας με στα μάτια
Θεωρώντας ότι θα προσβάλει την τεστοστερόνη μου
Χούφτωσε με το δεξί χέρι τα αρχίδια του
Και μου τα έτεινε συνεχίζοντας την γλωσσική του άσκηση
Έγειρε το κεφάλι αργά και άρρωστα προς τα αριστερά
Συλλαβίζοντας χωρίς φωνή: θέλω να σε γαμήσω
Είχαν περάσει περίπου δέκα λεπτά
Στο ρυθμό αυτού του ερπετώδους μονόπρακτου
Μέχρι που ο επικεφαλής τους φώναξε:
«Διμοιρία ακολουθήστε με…»
Ο μπάτσος είχε πια ξεχουφτώσει τα αρχίδια του, προχωρούσε γρήγορα την ανηφόρα της Σκουζέ, πηγαίνοντας να επιβάλει την Τάξη του
Μετά φέραν τους συντρόφους με τα μεταγωγικά φορώντας τους χειροπέδες…
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
σκουζέ και φίλωνος,,,
τους κρατικούς υπαλλήλους
υποσχόμενα γιορτή
πάνω απ΄το πτώμα του θανάτου...
...αγκάλιαζαν τα μάτια
σιχτιρίζοντας το χρόνο...
...λευτεριά...
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009
Με μια γροθιά γεμάτη ατσάλι!
Σπασίματα, φωνές, σπρωξιές, μπουνιές
Κι όμως επικοινωνήσαμε τα πάντα με μια ματιά
Κουράγιο σύντροφε!
Την στιγμή που νομίζεις ότι δεν ελέγχεις την κατάσταση
Απλώνεται ένα χέρι σε ακουμπάει και σου λέει…
Είμαστε μαζί σύντροφε!
Χειροπέδες, στριμωξίδι, σειρήνες, Γ.Α.Δ.Α.
Γέλια, τραγούδια, αγκαλιές…
Δεμένοι πισθάγκωνα Γ.Α.Δ.Α-δικαστήρια
Τι γίνεται σύντροφε…;
Θα δούμε τους συντρόφους μας, αυτό γίνεται…
Νομίζουν ότι μας πάνε να απολογηθούμε, αλλά εμείς θα δούμε τους συντρόφους μας.
Ανοίγει η πόρτα του λεωφορείου
Δεμένοι πισθάγκωνα Γ.Α.Δ.Α-δικαστήρια
Εκατοντάδες βλέμματα σε κοιτούν κατάματα
Σου λένε είμαι κι εγώ εκεί μαζί σου, είμαστε όλοι μαζί
Κουράγιο σύντροφε!
Το πάθος για την λευτεριά είναι δυνατότερο από όλα τα κελιά.
Κλάψαμε με λυγμούς.
Όχι γιατί στεναχωρηθήκαμε, αλλά γιατί νιώσαμε την αγκαλιά σας
και το μίσος μας συναντήθηκε με τρόπο που εχθρός δεν
θα καταλάβει ποτέ!
Δεμένοι πισθάγκωνα Γ.Α.Δ.Α-μεταγωγών
Συναντηθήκαμε και με του υπόλοιπους επικίνδυνους(και δεν το λέω ειρωνικά)
Γέλια, τραγούδια, αγκαλιές…
Μεταγωγών-δικαστήρια…
Το λεωφορείο έτριζε από τις φωνές
Σας είχαν μακριά
Αλλά γροθιές γεμάτες ατσάλι έσκισαν τον ουρανό
Πάμε για επίθεση σύντροφοι, τίποτα δεν μας φοβίζει
Κλάψαμε με λυγμούς.
Όχι γιατί φοβηθήκαμε, αλλά να…συγκινηθήκαμε ρε γαμώτο
Ανακριτής-εισαγγελέας και πάλι ανακριτής
Προφυλάκιση καμία
Κατεβήκαμε και χαθήκαμε σε μια θάλασσα από αγκαλιές.
Όλα τώρα αρχίζουν.
Ευχαριστούμε για όλα σύντροφοι!
Οι φωνές σας καρφί στην καρδιά του εχθρού
Οι φωνές σας μας κρατούσαν στον ουρανό!
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009
θύελλα και ορμή
γεγονότα
και σένανε γυρεύει
στη δουλόκτητη κι αυτή χώρα.
Μην φέρεσαι, δεν αρκούν μονάχα νεύματα.
Διττά να ναι τα χέρια σου
ψηλαφιστή η αφή
διαδραστική, η κίνηση σου.
Απόψε.
Που οι καρδιές μας κι απόψε
τα πάντα εισπνέουν, εκπνέοντας
τη δουλόκτιτη κι αυτή ενδοχώρα.
ΑΛΡΩ
Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2009
+τεχνία- : 20-21-22 Νοέμβρη στην Καλών Τεχνών!
Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2009
Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009
διαπίστωση λίγο πριν
κυλάνε τα δευτερόλεπτα
λίγο πριν συναντηθεί
το εγώ
με το εμείς...
στιγμές απέραντης μοναξιάς
στην αέναη ροή του χρόνου.
λίγο πριν
το μοναχικό χέρι γίνει
άγγιγμα
και οι λέξεις γίνουν στάχτες
στη φλόγα της ουσίας...
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Τον μήνα των παγωμένων σταφυλιών
Φορούσε κεραυνούς και ήθελε να αγκαλιάσει λύκους
αγνάντεψε το βλέμμα μου και μου χαμογέλασε
με μια πέτρα στα χέρια απομακρύνθηκε σαν αερικό
οι αντανακλάσεις μου τρόμαξαν, θόλωσαν, καταστράφηκαν
μπροστά στην μαγεία της απόλυτης σιωπής
κάτω από ένα ιδρωμένο φεγγάρι
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009
Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2009
...ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ...
ρήμαγμα μέσα σὲ ξένες ἀγκαλιές,
ἀπελπισμένο κρέμασμα ἀπὸ λαγόνια ξένα.
Πέσιμο ἐκεῖ ποὺ μοναχὰ ἡ μοναξιὰ ὁδηγεῖ:
νὰ ὑποτάξω ἀκόμη καὶ τὸ πνεῦμα μου,
νὰ τὸ προσφέρω σὰν τὴν ἔσχατη ὑποταγή.
Ν. Χριστιανόπουλος (1953)
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009
Ανάμνηση
Στις θαλάσσιες σπηλιές θα εξατμιστώ
Όταν το γλυκό αεράκι δροσίζει το γυμνό σου σώμα
Στα πέτρινα νεφελώματα έρχομαι κοντά σου
Όταν το φεγγάρι φωτίζει την ματιά σου
Γίνομαι αέρας και επιτίθεμαι στον ήλιο
Φεύγω σε μια σπείρα και ακουμπάω την φωτιά
Βρίζω την βροχή και την γκρίζα διαδρομή μου
Όταν η ανάμνηση κουρνιάζει στην καρδιά
Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2009
σύννεφο σε γύρεψε
Όμως έλειπες
Όπως πάντα ήσουνα στη γη
Ο έρωτας πικρή πηγή
Το διάφανο σκαρί
Της ματαιότητας να ρυμουλκεί
Πάντα έκρυβες το πρόσωπό σου απ’ τη βροχή
Στο άδειο βλέμμα που γυρνάς
Η θάλασσα
Κινδύνεψε μια μέρα να πνιγεί
Ο θάνατος ζητωκραυγή
Σαν ήλιος
Που δεν αφήνει ίσκιο να κρυφτεί
Πάντα έκρυβες το πρόσωπό σου απ’ τη βροχή
Το αμείλικτό σου παρελθόν
Ξεροσταλιάζει
Στην ακατάδεκτη σιγή
Ύφος που ραίνει διαταγή
Και σβήνει
Στην πιο μικρή αναλαμπή
Πάντα έκρυβες το πρόσωπό σου απ’ τη φωτιά
Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009
00:00
Στο ένα χέρι πυρκαγιές, ξέχειλες θάλασσες στο άλλο
Απ τα ρουθούνια, λίβας ξεμυτίζει
Λέξεις στο στόμα, έναρθροι χείμαρροι, κατατρεγμών το αλφαβητάρι
Οι μενεξεδένιες του σώματος κλωστές, λάβα που κοχλάζει
Στις δυο χαράδρες,μάτια μάθανε πως λέγονται εδώ,
της ιστορίας ακατάπαυστες προβολές
Σπείρες αλγόριθμες απλώνουνε τα αυτιά
εξελίσσοντας, την λογισμική αποδόμηση.
Τρίτη 11 Αυγούστου 2009
Και όσα δεν κατάφερα να πω
Ανάμεσα σε νότες, σελίδες και αισθήματα
Για κάθε τώρα και τότε
Για κάθε μπορεί και ίσως
Στην πορφυρή την θάλασσα έβρεξα το πρόσωπό μου
Δάμασα τα κύματα και αγκάλιασα τα βουνά
Καμπύλωσα τον χώρο και σταμάτησα τον χρόνο
Σκέφτομαι εσένα
Και όσα ποτέ δεν είπες
Ανάμεσα στην λογική και το συναίσθημα
Για κάθε πρέπει και θέλω
Για κάθε όχι και ναι

Σε βρήκα στον γκρεμό που είχες κρυφτεί
Σμίλευσα το εύθραυστο σου σώμα
Ταξίδεψα στον μουντό ουρανό
Σκέφτομαι εσένα
Και όσα ποτέ δεν είδες
Ανάμεσα στην ομίχλη και την λιακάδα
Για κάθε τότε και μόνο
Για κάθε
Κυριακή 21 Ιουνίου 2009
μια τελεία κι άλλες δυο
καθώς προσπερνάμε βιαστικά τις καταφάσεις,
προσταγές της σιωπής
πνιγμένες στην ύλη της μελαγχολίας.
Δε χάθηκε η επαφή
μόνο παραμέρισε για χάρη της νοσταλγίας.
Κι εμείς
πότε πότε χαμογελάμε
στα τρυφερά αγγίγματα
κι άλλοτε λυπούμαστε κρυφά
για τις στιγμές που μας προσπέρασαν.
την καλησπέρα μου,
γ49
Κυριακή 14 Ιουνίου 2009
Καταπληκτική ταμπέλα στο λιμάνι της Καλύμνου
η συμβουλή:


ιδού το έργο στο σύνολό του:
Και ερωτώ κύριοι: γιατί σιωπά ο Ε.Σ.;
Τετάρτη 13 Μαΐου 2009
Νοτισμένο αλμυρό ποίημα
στης προκυμαίας την άκρη.
Μες στα σκοτάδια γνέφει
στο νοτισμένο αλμυρό αυτό ποίημα
που ούτε καν το βλέπει.
Παρά ενστικτωδώς το ψηλαφίζει το χαϊδεύει
λέξη προς λέξη.
Δίνοντας νόημα στο απύθμενο χρώμα της νυχτιάς.
Ενός βυθού αντίστροφου.
Στο βάθος του ορίζοντα την απέναντι όχθη
πεφταστέρια, να σηματοδοτούνε
στα δυο του μάτια, τα αστρικά της κλάματα.
Το κύκνειό τους άσμα.
Παρασκευή 24 Απριλίου 2009
γλουτολίνη
Στη συγκέντρωση που έλεγα πριν (κι από την οποία πρέπει να έχουν περάσει 5 – 6 χρονάκια) το τυπάκι αυτό καθόταν ανάμεσα μας χαμογελαστό κι αμίλητο. Έδειχνε να απολαμβάνει τη μουσική που έπαιζε η μικροφωνική. Εγώ τον χάζευα επίσης χαμογελαστός κι ασάλευτος. Σκέφτηκα να του πιάσω την κουβέντα μπας και διδαχτώ τίποτα. Τον πλησίασα και το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν αν ήθελε μπισκότο (έτρωγα μπισκότα εκείνη την ώρα). Γύρισε και με κοίταξε με το πιο ώριμο, γαλήνιο και αξιοπρεπές βλέμμα που έχω συναντήσει. «όχι ευχαριστώ» «μη σε ζαλίζω ε;» «με περιμένουν, γεια» «γεια». Ντράπηκα. Καλά έκανα.
Μετά χρειάστηκε να πάω στο χρωματοπωλείο. Δε θυμάμαι γιατί. Μ’ αρέσουν οι μυρωδιές των χρωματοπωλείων. Δεν ξέρω γιατί. Δεν έχω καταφέρει να γράψω ένα τραγούδι για τον Πιτσιρίκο. Δεν ξέρω τι.
Λες μετά τόσα χρόνια να βρέθηκε στους δρόμους του Δεκέμβρη; Λες; Ε; Λες να πέρασε από την ΑΣΟΕΕ, το πολυτεχνείο, οπουδήποτε; Κι αν τον έβλεπα τι θα του έλεγα; Θα έπρεπε να του πω κάτι; Θα τον αναγνώριζα; Μην ξεχάσω αύριο να πάρω γλουτολίνη γιατί μας τελείωσε.
Τετάρτη 22 Απριλίου 2009
...
ύψος χαμόγελο και λευτεριά
επιτέλους σας βρίσκω
στην όχθη της καρδιάς μου
ένα βράδυ όπου η θάλασσα
εισχωρεί βαθιά στις χώρες των βουνών
ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς
πιο νέος από τη νιότη του
βράδυ όπου πόνεσε πολύ
μα όπου πια τίποτε
πια τίποτε
δεν είναι μάταιο
τίποτε για τη στάχτη...
δια την αντιγραφή ο "πολύ σας έλειψα"
δ.
Δευτέρα 13 Απριλίου 2009
ΤΟ ΤΕΡΑΣ
που καθυβρίζεται με σκαιότητα
στις ταινίες του Χόλλυγουντ,
το Τέρας, όπου μεροληπτεί
εναντίον το κοινόν,
το Τέρας, που "κερδίζει τας μάχας
και χάνει - πάντα - τον πόλεμον"
α!, το Τέρας
πώς θάθελα να το σώζω
επεμβαίνοντας την τελευταία στιγμή
με οποιονδήποτε όπλον -
το ξίφος, την σφενδόνη, το δηλητήριο -
ή θρυμματίζοντας μ' ένα ρόπαλο
το φακό του οπερατέρ!..
Φαίδρος Μπαρλάς
Πέμπτη 9 Απριλίου 2009
Νιώθω λίγο...
Η δουλειά ενός αγγέλου
Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις
Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα
Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα
Και η χλόη
Και η θάλασσα
Και οι σκύλοι
Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη
Έχω ένα χαρτοφύλλακα
Μια συμπαγή επαγγελματική
Προσωπικότητα
Όμως και οι άνθρωποι
Ώρες ώρες
Μου θυμίζουν κάτι
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Όμως η μνήμη μου
Δεν με απατά
Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό
Και η μνήμη μου μοιάζει
Σαν τις αναμμένες λαμπάδες
Την Ανάσταση
Που με πήγαινες
Μικρή
Πάντως και οι άγγελοι
Που φυλάγουν
Τις δήθεν σιδηροδρομικές
Διαβάσεις
Είχαν το πέος
Κάπου στο στήθος
Όμως το πρόσωπό τους
Ήταν φτιαγμένο
Από το χώμα
Ενός άλλου πλανήτη
Ώρες ώρες
Νιώθω λιγάκι
Εξωγήινη
Και οι άνθρωποι
Μου θυμίζουν
Κάτι
Και πίνω
Γιατί
Ώρες ώρες
Νιώθω λίγο εξωγήινη
Κι εκεί στα μπαρ
Κάπου στο σώμα
Σαν νάχαν φτερά
Κι από το στόμα τους
Σαν τσιγάρο
Κρέμεται
Το συκώτι τους
Όμως νομίζω
Ότι κάποτε
Γνώρισα
Έναν άγγελο
Έκανε τον πόνο
Άθελά του
Όμως το αποτέλεσμα
Του πόνου
Ήταν ένα έργο τέχνης
Κάπως σα νύχτα
Με φωτεινά μανιτάρια
Κι όταν πέθανε
Η γιαγιά μου
Νόμιζα ότι είχα
Δει
Ότι ξαναπέθαινε
Κι όταν έψαξα
Να τη βρω
Είδα ένα λύκο
Με ένα
Λευκό
Τριαντάφυλλο
Στο
Στόμα
Και τα δάση κάπως
Μου θυμίζουν τα δάση
Και τα άλογα έχουν
Κάπως μεγαλύτερα μάτια
Κι ότι ένα άλογο
Πέρασε μια καβαλάρισσα
Μια τέτοια σιδηροδρομική
Διάβαση
Ο άγγελος κατέβασε
Τη γιαγιά μου
Και σκότωσε
Το λύκο
Κι έμεινε το τριαντάφυλλο
Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια
Πίσω από μια κυλότα
Που αιωρείτο στο στερέωμα
Μια βιντεογραφική κάμερα
Έδειχνε σε κάποιον
Κατώτερο υπάλληλο
Του ουρανού
Δυο άντρες που περπατούσαν
Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες
Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες
Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου
Ο άλλος ήταν καποιος που είχα δει
Να κοιμάται
Με το κεφαλι ακουμπισμένο
Πάνω στον μπάγκο
Του μπαρ
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Και πού και πού πίνω
Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά
Ο κόλπος μου μετατοπίζεται
Έξω από το κορμί μου
Προς ένα σημείο
Εφαπτόμενο του κεφαλιού
Πάνω στον μπάγκο του μπαρ
Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ
Περίπου σαν κι αυτά
Που πίνουν οι ηλιαχτίδες
Του ήλιου
Ενός ήλιου
Που μοιάζει κάπως
Με τον ήλιο.
Κι ακούω
Ένα γέλιο
Που μοιάζει
Με το γέλιο
Των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω
Ένα κλάμα
Που μοιάζει
Με το κλάμα
Των σκύλων
Στον ουρανό
Και πίνω πού και πού
Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη
Στα μπαρ
Ανάμεσα
Στο κάπου
Και στο πουθενά
Σκύλων λιγάκι διαφορετικών
Αλλά όσο πιο δυνατα
Παίζει η μουσική
Τόσο πιο πολύ
Ακούω
Το γέλιο των σκύλων
Και το κλάμα των σκύλων
Στον ουρανό
Κι ακούω ιστορίες
Ότι είχα διαβάσει
Για το κοιμισμένο
Κεφάλι
Στον μπάγκο
Του μπαρ
Σ’ ένα μυθιστόρημα
Στο ίδιο μυθιστόρημα
Η μαμά μου λέει
Πως το δάσος
Με τις λεύκες
Υπάρχει
Μόνο που δε φαίνεται
Γιατί το κρύβουν
Πυκνά σύννεφα
Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα
Ακούω κι άλλες ιστορίες
Τις ακούω
Τόσο ζωντανά
Όσο το γέλιο
Και το κλάμα
Των σκύλων
Αλλά μόνο τις ακούω
Δεν τις σκέπτομαι
Δεν μπορώ να σκεφτώ
Γιατι κουβαλώ
Αυτό το μεγάλο
Χαρτοφύλλακα
Που μοιάζει με χαρτοφύλακα
Που είναι γεμάτος
Φάρμακα για τρελούς
Και ποιήματα
Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα
Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα
Δεν ξέρω
Ποιος έγραψε
Αυτά τα ποιήματα
Ίσως ο άντρας που κοιμάται
Στο μπαρ
Η μαμά μου
Μου λέει
Πως τα έγραψαν
Οι λεύκες
Το τρομερότερο
Όλων
Είναι
Πως
Φαντάζομαι
Ότι
Το μπαρ
Και ό,τι υπάρχει
Μέσα
Και γύρω
Από το μπαρ
Καταστρέφονται
Από ένα τραίνο
Κάπως σαν τραίνο
Αφού δεν υπάρχουν
Τραάνα
Και το μόνο
Που μένει
Είναι
Εκείνο
Το άσπρο
Τριαντάφυλλο
Που είχα ακούσει
Κάπως
Κάποτε
Αλλά τώρα δεν θυμάμαι
Κάπως δε θυμάμαι
Δεν θέλω να θυμάμαι
Φτερά φτερά φτερά
Θέλω ν’ αγκαλιαστώ
Και να πετάξω
Με φτερά
Φτερά πεθαμένων αγγέλων
Ανυπέρβλητων
Όμως μαμά
Έχω διακοπές
Ώρες ώρες νιώθω
Εξωγήινη
Και ξεχνάω
Κάπως σαν να ξεχνάω
Α, θυμήθηκα
Πάω διακοπές
Πάω για μπανια
Πάω ν’ αγοράσω
Ένα μπικίνι
Ένα αληθινό μπικίνι
Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει
Με κάπως σαν μπικίνι.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2009
Πέμπτη 2 Απριλίου 2009
ΠΡΑΞΗ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΟΝΟΧΙΤΩΝΟΣ
Νίκος Καρούζος, "ερυθρογράφος"


