Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ερωτας κι έρωτας ξανά

Θα 'ρθει καιρός
που μ' έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο
και κάτσ' εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ' αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ' αγάπησε
όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ' έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ' το ράφι,
τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.



Derek Walcott

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

όλα μικρά μοιάζουν

καλά μωρέ δεν είδατε εκείνον τον φαγάνο
πούρθε γοργά σαν αητός και πήρε το μεδούλι;
κανείς σας δεν επρόσεξε εψές τ' αεροπλάνο
που πήγαινε κι ερχότανε βαστώντας καραούλι;

φωνάζαν τα λαρύγγια μας κόκκινα σαν το αίμα
μηδέ κανείς να ταυτιστεί μηδέ να μπυροκλάνει
κι αν είναι αλήθεια πως μαζί ζούσαμε ένα ψέμα
σαν ροζουλιά αντιβίωση αυτό μ' έχει πικράνει

ποτές του δεν ετόλμαε να πει τα σύκα σύκα
και τώρα που μεγάλωσε ακόμη παραπάνου
έβγαλε μια στριγγή φωνή μπρος στην κυρά μαρίκα
κι έφυγε το απόβραδο με ύφος παρτιζάνου

κοιτώντας τον κι εγώ θαρρείς εμάθαινα τον κόζμο
και το καλό και το κακό και πλιό το πονεμένο
όταν καλά τα χώνεψα μ' αλκοόλ, λάιμ και δυόσμο
σαν να μου πήραν την μιλιά, ξέρω δεν επιμένω.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

ας μη γίνει...

Μα τί γίνεται, τί φασαρία είναι αυτή;
Αυτή λέω που τυλίγει το κεφάλι μας
τις νύχτες
πάνω στο απειλητικό μαξιλάρι
σαν υγρό σεντόνι
χωρίς ίχνος θορύβου
μέσα σε μια τρομαχτική ησυχία

μοιάζει με συνωμοσία
ενός πνιγηρού ανομολόγητου ή

ενός άλαλου πλήθους αυτοκαταστροφών
που συνωστίζονται στην αποβάθρα
και φαντάζονται τρικάταρτους πυρπολισμούς

Ωιμέ! Πολλή φασαρία για το τίποτα

Ό,τι είναι να γίνει ας μη γίνει ποτέ


Τί καταραμένοι είμαστε άλλωστε;



Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

οι ορίζοντες ως ορίζουσες

ανυπόστατος ορίζοντας
καθώς η γη τον προσπερνάει ασταμάτητα
και οι θάλασσες τον θολώνουν με τα ριπίσματα τους

εμείς πάντα
θα τον επικαλούμαστε ως εκάστοτε ορίζουσα
της σφαίρας της εμπειρίας μας

ανεξάρτητα με το ότι
κινείται με σημείο αναφοράς τις αισθήσεις
και φθείρεται με το ρυθμό της θνητότητάς μας

κι έτσι η γη θα μας προσπερνάει
κι η θάλασσα θα θολώνει τις υπαρξιακές ματαιότητες
με το ρυθμό των οριζόντων μας

που θα είναι πάντα εκεί
ως εκάστοτε ορίζουσα των απείρων εκδοχών μας
καθώς αυτές θα χάνονται μαζί με τις μεγάλες σταθερές

που μας προσπερνούν για να τις προσέξουμε
που μας ριπίζουν δυνατά για να μας κρατήσουν ξύπνιους
ενώ εμείς

δηλώνουμε υποταγή στις ορίζουσες

εν ονόματι των οριζόντων

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Για την γάτα που ονομάστηκε Κατρίνα!

Πολλές φορές έχω νιώσει
ότι ο αρτιότερος ήχος
βρίσκει  εφαρμογή
στη διαδικασία που ακολουθούν
οι Γάτες
όταν πλένονται.
Ο ήχος αυτός είναι Απόλυτος.
Εφαρμόζει και μεταδίδει
τη μουσική με το "μ" κεφαλαίο.
Τον ήχο - αλήθεια λέω -
ανόθευτο και Συμπαραστάτη.
Ρωτήστε αν θέλετε
τον Γερο Ποσουμ.
Θα εκπλαγείτε.


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ζητείται μανιφέστο

Για ένα υποκείμενο
που δεν θα υποκύπτει
κι ας υπόκειται των κειμένων

αποδρώντας από τα αντικείμενα

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

στόμωσε το σκύλο με τη μοναξιά της


βγαίνει από το διαμέρισμα
κάθε λίγο και λιγάκι με το σκύλο της
και τον ακολουθεί μέχρι που χάνεται μαζί του

το ξέρω  ότι ο σκύλος είναι άλλοθι
για τη μοναξιά της

γιατί ακούω τη μοναξιά να αλυχτάει σα σκύλος
στο διαμέρισμα

όταν αυτή λείπει με το σκύλο της

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ε;

Πώς αντέχεται
τόση παρακμή
τόση ευκολία
τόσος οχετός
τόση επίδειξη
τόση φαινομενικότητα
τόσο τίποτα
τόσα καμπόσα
τόσα στολίδια
τόσα άναστρα βράδυα
τόσα ψεύτικα άστρα
τόσες οθόνες
τόσα λάικ
τόσες ήττες
τόσες νίκες
τόσες νίκες που έγιναν ήττες γιατί δεν στοχάστηκε κανείς
τόσες ήττες που δεν έγιναν στοχασμός αλλά μόνο φετίχ
τόσα φετίχ
τόσοι άνθρωποι που πνίγονται
τόση φιλανθρωπία από τ' αφεντικά για τους ανθρώπους που οι ίδιοι πνίγουν
τόσοι άνθρωποι που νοιάζονται γι αυτούς που πνίγονται αλλά δεν βλέπουν ποιοί τους πνίγουν
τόσες κουβέρτες
τόσα ρούχα
τόσες σέλφι
τόσοι τακτικισμοί
τόσοι  -ισμοί
τόσα "η πραγματικότητα πρέπει να χωρέσει σ' αυτό που λέω αλλιώς δεν υπάρχει"
τόσες επιθέσεις όλων εναντίον όλων
τόση θάλασσα να μας χλευάζει
τόσο απέραντα όμορφη η θάλασσα
τόσο όσο να ρωτήσει:

Πώς και πόσο αντέχεται
η Βλακεία;
ε;

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Και αυτή τη φορά χρόνια πολλά πολλά

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Τοκ Τοκ


 


 












παραδέρνεις εκεί που η σιωπή χτυπάει κόκκινο
και θα σημάνει τρείς

κανείς δεν πέρασε από δω 
γιατί το χώμα δεν πατήθηκε
μπορεί βεβαίως όλοι να γνωρίζουν
να έχουν δει περί τίνος πρόκειται
αλλά κανείς δεν πέρασε

αυτά που "ξέρει όλος ο κόσμος"
και όσα "έχει δει"
δεν είναι αρκετά

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Διλήμματα



Από τη μια μεριά η "μεταφυσική του χρήματος" - από την άλλη η σάρκα του ροδάκινου.


Από τη μια μεριά ένα στρατσόχαρτο, μια υπογραφή, μια φούσκα - από την άλλη το χώμα, το νερό, ο ιδρώτας.


Από τη μια μεριά το "επιχειρείν" - από την άλλη ένας ψαράς κι η βάρκα του.


Από τη μια μεριά το νεκρό χρυσάφι - από την άλλη το ψωμί και το αλάτι.


Από τη μια μεριά ο υποθηκευμένος ουρανός, ένα παγκόσμιο μαύρο τίποτα - από την άλλη σύμπας ο κάτω κήπος.


Από τη μια μεριά ο τσιφλικάς, ο τραπεζίτης, τα "στελέχη" - από την άλλη ο Σάκκο, ο Βαντσέτι, ο Αντύπας.


Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος.





Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περιοδικό "Σημειώσεις", τχ. 73.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Άσμα για μια ισημερία

Άρχοντα χωροδεσπότη, κοίτα χιονίζει, κι' ο ουρανός είναι αμπόδιστος, η γη λυτρωμένη από κάθε ζυγό :
γη του Σήθ και του Σαούλ, του Τσε Χουάγκ-τι και του Χέοπα.

Η φωνή των ανθρώπων είναι μέσα στους ανθρώπους, η φωνή του μπρούντζου μέσα στον μπρούντζο και κάπου στον κόσμο
όπου ο ουρανός ήταν άφωνος κι' ο καιρός δε φυλάχτηκε,

ένα παιδί γεννιέται στον κόσμο που κανείς δεν ξέρει τη φυλή ούτε τη σειριά,
και το πνεύμα χτυπά με χτύπους σίγουρους στους λοβούς ενός κούτελου άσπιλου.

Ω Γη, Μάνα μας, μη σε μέλει γι' αυτή τη φάρα : ο καιρός είναι αστραπιαίος, ο καιρός είναι πλήθος κι' η ζωή πάει το διάβα της.

Ένα άσμα υψώνεται μέσα μας που δεν έχει γνωρίσει την πηγή του και δε θα εκβάλει στο θάνατο :
ισημερία μιάς ώρας ανάμεσα στη Γη και στον άνθρωπο.


Σαιν-Τζων Περς σε μετάφραση Νίκου Παναγιωτόπουλου


Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Του κάκου

βούρκωσαν 20 πολυώνυμα
με κείνο σου το πέρασμα
απ το φουγάρο

πληκτικός και με διάθεση
οριζόντιας σήψης\
περπάτησες
ακομηλίγο

έφτιαξα μια χαμόπιτα
να αξιοποιήσω την φωτιά
ψήθηκε κανονικά
στους 175 βαθμούς Κελσίου

σάπισε κανονικά στους
_γύρω στους_
40 εκείνου του καλοκαιριού

του συγκεκριμένου και τα λοιπά
έπειτα όλα είχαν ειπωθεί

περιγραφεί ξανά και ξανά
επαναληφθεί και διανθιστεί

είχαν απολέσει το ιστορικό τους \χρέος

αποσπασματικά όπως οι πόνοι τους
μετακινήθηκαν στο σώμα
σουβλιά στο ανέβασμα και στο κατέβασμα
απουσία απουσία απουσία απουσία

πρωτότυπη νύχτα με φως ηλεχτρικό
με καθαρά σεντόνια
και πληχτρολόγιο

η καντηλότροπη παντιέρα
λικνίστηκε ααααψού\

σαν πύραυλος με φόρα\
αύριο ίσως να ήταν πουλάκι
ή και αναστεναγμός
ωωω\
μα πόσο ρομαντικό 

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

φώναξε στον εαυτό του

Και φώναξε:
"Καλά αυτοί οι πρόσφυγες δεν έχουν υποχρεώσεις;
Μόνο δικαιώματα έχουν;"

Κατασίγασε έτσι τον νομιμόφρονα πατριωτισμό του
που είχε αρχίσει να κατατρώγεται από έναν ενοχλητικό ανθρωπισμό

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

τελευταίο μήνυμα

όταν φύγεις οριστικά
άσε το φως ανοιχτό

η μοναξιά μου
θέλει να διαβάσει τον καφέ σου 






Θαλερός Κ.

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

καταραμένε Αύγουστε

καταραμένε Αύγουστε
με τον επίμονο ήλιο να λιώνει τους ασβεστωμένους πόθους
και ασυνάρτητους αγέρηδες να τρελαίνουν την ηθική του ανεμοδείκτη

πυρωμένε ιδρώτα
αναβλύζεις ακατάσχετα από τους ηφαιστειακούς πόρους
και αλείφεις το οργωμένο δέρμα με τα αποκαΐδια της εσωτερικής κόλασης

απάλλαξέ με
από τα εντεταλμένα σου λάθη
κι άσε με στην άκρη
ενός αδιάφορου καλοκαιριού

χωρίς αποσκευές

να περιμένω το τραίνο του εξημερωμένου φθινοπώρου

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Λευτερία

Κολύμπησα
όπως κολυμπώ κάθε μέρα,
κάθε μέρα ασταμάτητα.

Αλλά σήμερα
σκέφτηκα,
θυμήθηκα,
ανακάλεσα,
τη ΓΥΝΑΙΚΑ
που με έφερε με πόνο
στον άπονο κόσμο.
Και αυτή,
-για δες σύμπτωση-

λέγεται Ελευθερία.

Η μάνα μου.




Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

μικρές νομοτέλειες των καθημερινών μεγάλων στιγμών

με τόσα  σκατά κάτω από το χαλί
όσους ελιγμούς κι αν κάνεις

κάποια στιγμή θα σκοντάψεις

και θα εκπλαγείς από τις συσσωρεύσεις

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Γιόμα





Εν τέλει
κάποια στιγμή
έχουνε φταίξει
όλα με την σειρά τους
κι έχουνε πάψει πια..

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Μπορω να δω...

Μπορω να δω τα φωτα του χωριου
στιγμιαια καθε φορα
μεσα απο τις σταγονες της βροχης λιγο πριν βυθιστουν στο χωμα
Μπορω να ακουσω καθαρα
τους υπηρετες του ανυπαρκτου θεου
σε καποιο ακαθιστο υμνο
και τις ανασες των πολυχρωμων κουρασμενων συμβολων της ειρηνης
που κουρνιασαν στον περιστερωνα
διαλεγοντας το απο καποιο κοντραρισμα στην καταιγιδα
Μπορω να μυρισω το αρωμα του κορμιου σου
που διασχιζει καθετα τον δυνατο ανεμο
τελειως ανεξηγητα αυλο
θολωνοντας εξαισια τον κουρασμενο μου νου
Μπορω να νιωσω τουτη τη νυχτα
γιατι στο σκοταδι το συρματοπλεγμα δεν φαινεται
και ξερω οτι παντα
οι σταγονες της βροχης
το νερο της σταγονας
το νερο
χαλαρωνει τις δυναμεις συνοχης των μοριων οποιουδηποτε μεταλλου
και το συρματοπλεγμα ειναι απο μεταλλο
οπως τα καγκελα
τα οπλα
οι χειροπεδες
οι κλειδαριες
Σκεφτομαι πως συντομα θα πρεπει ολα αυτα να δοθουν στη σκοτεινη βροχη
για να σκουριασουν, να χαθουν..


Θαλερός Κ, 1984

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Του Αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα


Σε γαμούν κανονικά, η μαμά και ο μπαμπάς.
Μπορεί και άθελά τους, πάντως αποτελεσματικά.
Σε παραγεμίζουνε με τα δικά τους τα στραβά, κι αν πας
να βγεις, σου πακετάρουνε και κάποια επιπλέον, πιο προσωπικά.

Όμως και εκείνοι εγαμήθησαν κατά σειρά,
από γελοίους με παλαιικά καπέλα και παλτά,
που άλλοτε τούς κοιτάζαν βλοσυρά
Κι άλλοτε μεταξύ τους τρώγονταν σαν τα σκυλιά.

Ο άνθρωπος κληροδοτεί τη δυστυχία
η οποία βαθαίνει σαν την υφαλοκρηπίδα.
Κοπάνησέ την, χωρίς αστοχία,
και μην τεκνοποιήσεις, μόνο πήδα.

Φίλιπ Λαρκιν 
(Μετάφρασε ο Ορφέας Απέργης)

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Δὲν εἴμαστε ποιητές


Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Γιώργος Σαραντάρης


Στο wikipedia αναφέρεται ότι  "Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιώργος Σαραντάρης εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941."

Ωστόσο, ο Ελύτης έχει άλλη άποψη που την διατυπώνειστα "ανοιχτά χαρτιά":
"Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της".

Τελικά αυτό που ισχύει:
"Ο Σαραντάρης πέθανε αβοήθητος στα χιόνια της Πίνδου, πολεμώντας-αυτός ο ασθενικός μικροκαμωμένος ποιητής..-τους φασίστες εισβολείς...πέθανε εγκατελειμμένος, χλευαζόμενος από τους "άντρες" μιας βρόμικης νοοτροπίας που τον "προκαλούσε" να δείξει τη..μαγκιά του!...πέθανε από το ασυγχώρητο μίσος της κακομοιριάς που κάνει το κόμπλεξ της ιδεολογία και ηθική του όχλου..."

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Πανάκεια













Ο πυρετός
κι όλες οι ζέστες του κόσμου
οι εσωτερικές
σε φέρνουν στο προσκήνιο
με μια απλότητα
ακτίνας που διαπέρασε
2-3 σειρές πολυκατοικιών
και μια γρίλια
πίσω απ΄τα μάτια
το βάρος αφόρητο

γέρνω μπροστά
προς το χέρι σου
για να περάσει

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

σημαιάκια λιγδιασμένα

Οι δρόμοι ανοιχτοί.
Οι ταβέρνες φίσκα.
Σήμερα το θέλει η μέρα
Μπακαλιάρο-σκορδαλιά.
Κυάλια κρεμασμένα
Σημαιάκια λιγδιασμένα.
Βαράει και ο ήλιος
και η σκορδαλιά.
Μια σκατόμυγα στο μάτι του παιδιού
μετά την παρέλαση. 25 Μαρτίου 77.



Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Μια τοιαύτη εορτή...

«Διότι μία τοιαύτη εορτή της τρέλλας και της αθυροστομίας [αι Απόκρεω], είναι ανάγκη της ανθρωπίνης ψυχής, ως η εξομολόγησις· είναι δικλείς από την οποίαν εκφεύγει το περίσσευμα της δυσφορίας ημών διά την υπόκρισιν εις ην μας αναγκάζουν αι κοινωνικαί συνθήκαι· είναι μικρά επανάστασις του αφελούς και πρωτογενούς ανθρώπου, τον οποίον δεν εδάμασαν ακόμη εν ημίν, ούτε θα δαμάσουν ίσως ποτέ εντελώς οι νόμοι του λεγομένου πολιτισμού.»
Ιωάννης Κονδυλάκης, από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμ. Γ.Π. Σαββίδης).

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Το ημερολόγιο ενός βαρβάρου

Είμαστε λίγο δικηγόροι, λίγο ποιητές,
λίγο σύζυγοι, λίγο ερωμένοι
περήφανοι και τιποτένιοι μαζί.
Λίγο πλάσματα αγαθά και λίγο καθάρματα
[...]
Είμαστε λίγο ποιητές, λίγο δικηγόροι,
ξέρομε να φωνάζομε ξέρομε να σιωπούμε
έχομε μια καρδιά, πολλές καρδιές, όσες χρειαστούν,
για να χωρέσει ο ωκεανός που κρύβομε δω μέσα.


Νίκος Παπάς, , 1957

[Kύριε, άνθρωποι απλοί], [Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

 [Kύριε, άνθρωποι απλοί]

Kύριε, άνθρωποι απλοί
πουλούσαμε υφάσματα,
(κι η ψυχή μας
είταν το ύφασμα που δεν τ' αγόρασε κανείς).
Tην τιμή δεν κανονίζαμε απ' την ούγια
η πήχη και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμίς ποτέ:
η αμαρτία μας.

Eίχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
―πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα―.
Tώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας·
Kύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!



[Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
 

Δημήτρης Αντωνίου

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

...αντιεκλογικό τραγούδι: "Στην οδό του Μπλαμαντώ"




Στην οδό του Μπλαμαντώ
έχουν στήσει τα πατάρια
και ακονίσαν τα ξινάρια
για να κόψουν τα κεφάλια.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
πάν' οι δήμιοι στη δουλειά τους
δε σας λέω χωρατό
για να κόψουν Πατριάρχους
και Στρατάρχους και Ναυάρχους.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
φτάνουν οι κυρίες σωρό
οι λουσάτες με τα βέλο
μα τους λείπει το τσερβέλο
και μαζί και το καπέλο.
Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ


Jean Paul Sartre (απόδοση: Αλέξη Σολομού)

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

πατρίδα μου όλη η Γη...



Όταν σε συγκροτεί μια πατρίδα
εξουδετερώνεις την έννοια της συγκρότησης:
προσδίδεις στον παράγοντα τύχη
χαρακτήρα υπαρξιακής νομοτέλειας

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Πέργκολα


Αφήνω μικρές οπές
χαμογέλου μηχανικά
διασχίζοντας ξανά 
την αποβάθρα.

Ξέρω πως 
ο αμφιβληστροειδής
βαθιά στριφογυρνάει
και κουλουριάζεται.

Ο μηχανισμός έχει χαλάσει
ανοιγοκλείνει
κλείνει ξανά μπορεί να ζει
στην προβολή του.

Ο χρόνος δεν είναι διάσταση
ποιός τόλμησε να πει τέτοια βλακεία;

Ο χρόνος είναι υλικό

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Μικρές ανακοινώσεις

Στάση Ελευθερία

Προσοχή στο κενό μεταξύ διασυρμού και αυταπάτης

Να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Μπορεί να γίνουν επικίνδυνα όταν τους δίνετε αξία μεγαλύτερη από την αξία χρήσης τους.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Πύρειος νίκη

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία,

στη μακρινή εξορία.

Σε βουνά, σ' έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.




Φ. Κάφκα
1922

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Τί επαναστατικό...

...θα ήταν το ποιηταριάτο αν δεν έτρεχε για το Νίκο Ρωμανό;

Αφιερωμένο εξαιρετικά:



In many a time, in many a land
with many a gun in many a hand.
They came by the night, they came by the day
came with their guns to take us away.

With a knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Back in the days of the Roman Empire
they died by the cross and they died by the fire.
In the stone coliseum, the crowd gave a roar
and it all began with that knock on the door.

Just a knock on the door, knock on the door.
here they come to take one more, one more

The years have all passed, we've reached modern times
the Nazis have come with their Nazi war crimes.
Yes, the power was there, the power was found
six million people have heard that same sound.

That old knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Now there's many new words and many new names
the banners have changed but the knock is the same.
On the Soviet shores with right on their side
I wonder who knows how many have died.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Look over the oceans, look over the lands
look over the leaders with the blood on their hands.
And open your eyes and see what they do
when they knock over their friend, they're knocking for you.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more
With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Phil Ochs

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Το ιστιοφόρο



Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί. 

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά. 

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.-

Τεύκρος Ανθίας 




Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Τα ψιχία, το ψύχος
οι ψυχές.
Οι χαμένες συντεταγμένες,
τα σημεία στο χάρτη,
αυτά τα γαμημένα σημεία
που ξεχνιούνται θεαματικά.
Αυτά που υπάρχουν
και δεν είναι "μετά",
αυτά που επιμένουν να βρίσκονται μπροστά μας.
Τα ταπεινά σημεία,
τα υπάρχοντα σημεία,
τα σημεία που σκουπίζονται κάτω
από τα χαλάκια των ιδεολογιών.
Αυτά που επανέρχονται θριαμβευτικά
με πόνο και πρησμένα μάτια,
καμπουριασμένα από την αμείλικτη πραγματικότητα,
αυτή την ίδια που ποτέ δεν καταργήθηκε.
Αυτή τη γαμημένη πραγματικότητα που
οι διάφοροι κύκλοι φρόντισαν να την προσβάλουν
ως "αφήγημα".

Σας έχω ένα νέο:
Ο Μέλιος ζει
και δεν έχει facebook.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Διάλεξε

'Οταν όσα άσχημα θέλεις εσύ να πεις για τον εχθρό σου τα λέει ο εχθρός σου καλύτερα από σένα για τον εαυτό του, τότε είναι γελοίο να διαπραγματεύεσαι την επιθετικότητά σου εναντίον του. Η προσπάθειά του να σε αφοπλίσει, να σε ματαιώσει για να σε ενσωματώσει μεταμορφωμένο ως μια νέα αβανγκάρντ εκδοχή του, απαντιέται με άρνηση. Με την δημιουργική εκείνη άρνηση που στοχεύει όχι στην άτρωτη φαινομενολογία του εχθρού αλλά στην τρωτή του ουσία. Όχι δηλαδή στο πεδίο που ορίζει ο εχθρός, στο πεδίο όπου τα Πάντα μετατρέπονται σε Τίποτε, αλλά εκεί που το Τίποτε θέλει να γίνει τα Πάντα: κι αυτό δεν μπορεί να συμβεί ποτέ αν λείπεις Εσύ. Δεν θα συμβεί ποτέ χωρίς Εσένα. Αυτή είναι η δύναμή σου που -μπορεί να αγνοείς Εσύ αλλά- τρέμει ο εχθρός σου.

Θαλερός

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Εντός, εκτός και επί τα αυτά


Μπορεί και να σε αφορά
η ετεροκλιτη δυσφορια
της οποιας η κουνια
ανεμοδερνεται
σ΄ανέφικτο ύψος

Μπορεί και να σεργιανησα
τον χρόνο απ την αρχή ξανα
και γρηγορότερα
προς το συναισθηματικο
_κουραφέξαλα_
παρον

Το δωρο σου
στερείται υλικότητας
χωρις υποδομη.

Είναι μια δυνατότητα
που θα κινειται
όχι για πολυ ακομη
_βαρομετρικο χαμηλο_
πάνω απ το σπιτι
μεχρι να γινει
εκπτωτο και βαρυ
ξανά η αφορμή για ανέβασμα
_Σισυφέ ήξερες για τον κυκλο του νερού;_

Απ ολες τις μικρες φιαλες οξυγονου
που για καλο και για κακο
κουβαλας καθε φορα που αλαφραινεις
(στο διαστημα δεν είναι "βάρος")
διαθλάσαι

και καθε φορα που η φωνη σου
προλαβαινει την αιτιοφοβη
καταδυση στην παρουσία
το κάνει μ ενα μικρο, μικρουτσικο
φορτιο εκπνοης

Γιατί, όπως και να το κάνουμε,
το αντίθετο του παρόντος
είναι το απόν..

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Μια θαλερή ιστορία...

 Θαλερό


Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια ἀπάνωθεν
ἐκοίταγε ἡ σελήνη -
κι ἀκόμα ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ θάμνα, βασιλεύοντας
μὲς σὲ διπλὴ γαλήνη·
βαριὰ τὰ χόρτα, ἱδρώνανε στὴν ἀψηλὴν ἀπανεμιὰ
το θυμωμένο γάλα,
κι ἀπὸ τὰ κλήματα τὰ νιά, ποὺ τῆς πλαγιᾶς ἀνέβαιναν
μακριὰ-πλατιὰ τὴ σκάλα,
σουρίζανε οἱ ἀμπελουργοὶ φτερίζοντας, ἐσειόντανε
στον ὄχτο οἱ καλογιάννοι,
κι ἅπλων᾿ ἀπάνω στὸ φεγγάρι ἡ ζέστα ἀραχνοΰφαντο
κεφαλοπάνι...
Στὸ σύρμα, μὲς στὸ γέννημα, μονάχα τρία καματερά,
τό ῾να ἀπὸ τ᾿ ἄλλο πίσω,
τὴν κρεμαστή τους τραχηλιὰ κουνώντας, τὸν ἀνήφορο
ξεκόβαν τὸ βουνίσο·
σκυφτό, τὴ γῆς μυρίζοντας, καὶ τὸ λιγνὸ λαγωνικό,
με γρήγορα ποδάρια,
στοῦ δειλινοῦ τὴ σιγαλιὰ βράχο τὸ βράχο ἐπήδαγε
ζητώντας μου τὰ χνάρια·
καὶ κάτου ἀπ᾿ τὴν κληματαριὰ τὴν ἄγουρη μ᾿ ἐπρόσμενε,
στο ξάγναντο τὸ σπίτι,
σωστὸ τραπέζι πόφεγγε, λυχνάρι ὀμπρὸς τοῦ κρεμαστό,
το φῶς τοῦ Ἀποσπερίτη.
Ἐκεῖ κερήθρα μὄφερε, ψωμὶ σταρένιο, κρύο νερὸ
η ἀρχοντοθυγατέρα,
ὁποὖχε ἀπὸ τὴ δύναμη στὸν πετρωτό της τὸ λαιμὸ
χαράκι ὡς περιστέρα·
ποὺ ἡ ὄψη της, σὰν τῆς βραδιᾶς τὸ λάμπο, ἔδειχνε διάφωτη
τῆς παρθενιᾶς τὴ φλόγα,
κι ἀπ᾿ τὴ σφιχτή της ντυμασιὰ στὰ στήθια της τ᾿ ἀμάλαγα,
χώριζ᾿ ὁλόρτη ἡ ρώγα·
ποὺ ὀμπρὸς ἀπὸ τὸ μέτωπο σὲ δυὸ πλεξοῦδες τὰ μαλλιὰ
πλεμένα εἶχε σηκώσει,
σὰν τὰ σκοινιὰ τοῦ καραβιοῦ, ποὺ δὲ θὰ μπόρει᾿ ἡ φούχτα μου
νὰν τῆς τὰ χερακώσει.
Λαχανιασμένος στάθη ἐκεῖ κι ὁ σκύλος π᾿ ἀγανάχτησε
στα ὀρτὰ τὰ μονοπάτια,
κι ἀσάλευτος στὰ μπροστινά, μὲ κοίταγε, προσμένοντας
μιὰ σφήνα, μὲς στὰ μάτια·
ἐκεῖ τ᾿ ἀηδόνια ὡς ἄκουγα, τριγύρα μου, καὶ τοὺς καρποὺς
γευόμουν ἀπ᾿ τὸ δίσκο,
εἶχα τὴ γέψη τοῦ σταριοῦ, τοῦ τραγουδιοῦ καὶ τοῦ μελιοῦ
βαθιά στὸν οὐρανίσκο.
Σὰ σὲ κυβέρτι γυάλινο μέσα μου σάλευε ἡ ψυχή,
πασίχαρο μελίσσι,
ποὺ ὅλο κρυφὰ πληθαίνοντας γυρεύει σμάρια ὡσὰν τσαμπιὰ
στὰ δέντρα ν᾿ ἀμολήσει.
Κι ἔνιωθα κρούσταλλο τὴ γῆ στὰ πόδια μου ἀποκάτωθε
καὶ διάφανο τὸ χῶμα
γιατὶ πλατάνια τριέτικα τριγύρα μου ὑψωνόντανε
μ᾿ ἁδρό, γαλήνιο σῶμα.
Ἐκεῖ μοῦ ἀνοῖξαν τὸ παλιὸ κρασί, ποὺ πλέριο εὐώδισε
μὲς στὴν ἱδρένια στάμνα,
σὰν τὴ βουνίσια μυρουδιά, σύντας βαρεῖ κατάψυχρη
νύχτια δροσιὰ τὰ θάμνα...
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, ἐκεῖ ἡ καρδιά μου δέχτηκε
ν᾿ ἀναπαυτεῖ λιγάκι
πὰ σὲ σεντόνια εὐωδερὰ ἀπὸ βότανα, καὶ γαλανὰ
στὴ βάψη ἀπὸ λουλάκι.

(Άγγελος Σικελιανός ἀπὸ τὸ Λυρικὸς Βίος, B´, Ἴκαρος 1968)


...και μια ιστορία των στίχων 25-36


Το όμορφο Θαλερό το επισκεπτόταν πολύ συχνά στις αρχές του αιώνα (1915) ο μεγάλος μας ποιητής Άγγελος Σικελιανός. Εκεί εμπνεύστηκε ένα από τα αριστουργήματά του, το "ΘΑΛΕΡΟ". Το μικρό αυτό χωριό έγινε χάρη στον Σικελιανό γνωστό σ’ όλο τον πολιτισμένο κόσμο και κέρδισε την αιωνιότητα. Πολλά μπορούν να αλλάξουν, να χαθούν, στα χρόνια που έρχονται. Πάντα όμως θα υπάρχει ένας ποιητής να απαγγέλλει με θαυμαστή φωνή το "ΘΑΛΕΡΟ" του Άγγελου Σικελιανού. Το ποίημα αναφέρει και μια πανέμορφη κοπέλα του χωριού. Την αρχοντοθυγατέρα (Μαρία Παύλου).
Τα Χριστούγεννα του 1978, ο φίλος Γιώργος Αμάραντος, συνάντησε την κυρία Μαρία Παύλου, η οποία του μίλησε για τα χρόνια εκείνα, που ο Σικελιανός επισκεπτόταν το Θαλερό και αυτή ήταν η αρχοντοθυγατέρα του ποιήματος.

"Η ΑΡΧΟΝΤΟΘΥΓΑΤΕΡΑ"
ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ
Εξήντα περίπου χρόνια πέρασαν από τότε, όταν για πρώτη φορά είδε το φως της δημοσιότητας στο φύλλο μιας επαρχιακής εφημερίδας της Κορινθίας το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού "ΘΑΛΕΡΟ". Και σήμερα για μια ακόμη φορά ακούγεται και πάλι ο λυρικός λόγος του Σικελιανού εμπνευσμένος από το Θαλερό και την αρχοντοθυγατέρα του Μαρία Παύλου.
ΘΑΛΕΡΟ
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, από τ’ αμπέλια απάνωθεν
εκοίταγε η σελήνη
.............................................................
.............................................................
Εκεί κερήθρα μόφερε, ψωμί σταρένιο, κρύο νερό
η αρχοντοθυγατέρα,
οπούχε από τη δύναμη, στον πετρωτό της το λαιμό
χαράκι ως περιστέρα,
που η όψη της σαν της βραδιάς το λάμπο, έδειχνε διάφωτη
της Παρθενιάς τη φλόγα,
κι’ απ’ τη σφιχτή της ντυμασιά στα στήθη της τ’ αμάλαγα
χώριζ’ ολόρτη η ρόγα,
που ομπρός από το μέτωπο σε δυο πλεξούδες τα μαλλιά
πλεμένα είχε σηκώσει,
σαν τα σκοινιά του καραβιού, που δε θα μπόρειε η φούχτα μου
ναν της τα χερακώσει.
Χριστούγεννα 1978. Καθισμένη δίπλα στο τζάκι, στο σπίτι του Σωτήρη Αμάραντου, μια ψηλόλιγνη φιγούρα με πλούσια γκρίζα μαλλιά "πλεμένα" σε κοτσίδα, η αρχοντοθυγατέρα του Σικελιανού κοιτάζει τις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς να γλύφουν με λαιμαργία τα κούτσουρα από πεύκο, και ξαναθυμάται. Συγκινημένη από τη χειρονομία του νεαρού ποιητή να της απαγγείλει τους στίχους του Σικελιανού, "τους δικούς της στίχους", ξαναγυρίζει το πρόσωπό της προς το παρελθόν, φανερά σφραγισμένο από τις μνήμες των χαμένων ευκαιριών να ξετυλίγονται αργά, αργά από την ανέμη του χρόνου και να καλπάζουν ανάερα ολονυχτίς μέσα στις άδειες ώρες και στην αστροφεγγιά της Χριστουγεννιάτικης νύχτας.
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαλμένος από τα βάθη της ψυχής, μια ωχρότητα στο ρυτιδωμένο πρόσωπο από τα χρόνια και την έντονη συγκίνηση και η διήγηση της αρχοντοθυγατέρας αρχίζει δισταχτικά, λες και ο φόβος της γνώσης πετρώνει τον λόγο στ’ απολιθωμένα χείλη.
"Βρισκόμαστε περίπου στα 1916. Ήμουν τότε 14 έως 15 ετών. Όπως κάθε φορά που ο Σικελιανός ανέβαινε από τη βίλα του στη Συκιά Κορινθίας στο Θαλερό, έτσι και σήμερα όλοι οι Θαλερίτες έτρεξαν να τον προϋπαντήσουν και να τον καλωσορίσουν. Ανέβαινε συχνά θυμάμαι στο Θαλερό. Αγαπούσε το χωριό μας γιατί εμπνεόταν. Κυρίως του άρεσε να γράφει στο "ξάγναντο", κάτω από τον μεγάλο πεύκο, με θέα όλη την πεδινή περιοχή, τον Κορινθιακό και πέρα τ’ αχνόφεγγα βουνά της Ρούμελης.
Και κάτου από την κληματαριά την άγουρη, μ’ επρόσμενε
στο ξάγναντο το σπίτι
στρωτό τραπέζι πούφεγγε λυχνάρι ομπρός του κρεμαστό,
το φως του αποσπερίτη.
Ήταν νομίζω απόγευμα καλοκαιριού. Εκείνη την ημέρα εφούρνιζα στην αυλή του σπιτιού μου και δεν μπόρεσα να βγω στο δρόμο για να τον χαιρετήσω.
Κάθε φορά που ο Άγγελος, ο όμορφος καβαλάρης, ανέβαινε στο Θαλερό συνοδευόταν από την γυναίκα του την Εύα, ντυμένη με αρχαίες χλαμύδες και από πολλές κοπέλες των καλυτέρων οικογενειών της περιοχής. Κάποτε έπαιρναν μαζί τους και τον Γλαύκο, τον μικρό γιο του Σικελιανού και της Εύας.
Εγνώριζα πολλά από τα κορίτσια που συνόδευαν τον Σικελιανό. Με πολλές ήμουν φίλη και συμμαθήτρια, και πάντοτε περνούσαν από το σπίτι μου για να με χαιρετήσουν ή να μου ζητήσουν κάτι. Θυμάμαι μια φορά μου εζήτησαν ένα σεντόνι για να ξαπλώσουν κάτω από τον πεύκο.
Φλογάτη, γελαστή, ζεστή, εκεί η καρδιά μου δέχθηκε
ν’ αναπαυτή λιγάκι
Πά’ σε σεντόνια ευωδερά από βότανα και γαλανά
στη βάψη από λουλάκι!…
Εκείνη την ημέρα λοιπόν ήμουν απασχολημένη με το ψήσιμο του ψωμιού, όταν πέρασαν να με χαιρετήσουν η Έλλη Μαργαρίτη και η Άννα Μιχαλοπούλου.
Γεια σου Μαρία, τι βλέπουμε! Φουρνίζεις; Θα μας φιλέψεις μια λαγάνα;
Μ’ όλη μου την καρδιά κορίτσια, ελάτε αργότερα όταν ψηθούν να σας φιλέψω. Καθίστε όμως να σας ψήσω καφέ! Όχι τώρα Μαρία, η παρέα μας προχώρησε και θα τους χάσουμε, όταν ξαναπεράσουμε για τις λαγάνες θα πιούμε και το καφεδάκι μας.
Απασχολημένη με τις δουλειές του σπιτιού ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα, όταν ξαφνικά είδα να μπαίνουν στην αυλή του σπιτιού μου ο Σικελιανός, η Εύα και όλη η παρέα τους.
Φτερούγισε η καρδιά μου από την ταραχή, κι εφλογίσθηκαν τα μάγουλά μου από την αμηχανία. Τους έβαλα να καθίσουν ολόγυρα στην αυλή, τους επρόσφερα ζεστή λαγάνα και ανοίγοντας το ντουλάπι στο κατώι έβγαλα κερήθρες, σπάνιο γλύκισμα για την εποχή εκείνη.
Εκεί τ’ αηδόνια ως άκουγα τριγύρα μου και τους καρπούς
γευόμουν απ’ το δίσκο
είχα τη γέψη του σταριού, του τραγουδιού και του μελιού
βαθιά στον ουρανίσκο.
Όλοι έφαγαν με όρεξη μα πιο πολύ ο Άγγελος ο οποίος μ’ ευχαρίστησε χαϊδεύοντας τις δυο χοντρές πλεξούδες μου.
Να! Έτσι ακριβώς, σαν να ήταν τώρα".
Και τα μάτια της γριάς κυρίας βουρκώνουν και θαμπώνουν το κρύσταλλο των γυαλιών της. Περνά λίγη ώρα, βυθισμένη στις σκέψεις της, και η διήγηση ξαναρχίζει μ’ ένα τόνο περισσότερο πονετικό, περισσότερο νοσταλγικό.
"Πέρασαν αρκετές ημέρες από τότε, σχεδόν το είχα ξεχάσει όταν ο Βλάσης ο Γαρέζος μου χτύπησε μια μέρα το φεγγίτη και μου έδωσε να διαβάσω το φύλλο μιας εφημερίδας, νομίζω της "ΣΙΚΥΩΝ".
Μαρία, διάβασε το ποίημα που έγραψε ο Σικελιανός για το Θαλερό!
Όταν διαβάζοντας έφθασα στους στίχους που ανέφεραν εμένα, τις πλεξούδες μου, το λαιμό μου, τα στήθη μου, ένοιωσα βεβαίως μια απέραντη ευχαρίστηση, όμως τρόμαξα μήπως και το αντιληφθεί ο πατέρας μου, γι’ αυτό και το’ σκισα γρήγορα. Άραγε τι θα έλεγε ο κόσμος διαβάζοντας αυτούς τους στίχους; Ευτυχώς εκείνη την εποχή λίγοι διάβαζαν εφημερίδα κι έτσι γι’ αρκετό καιρό δεν συνέβη τίποτα.
Πέρασαν τα χρόνια, εγώ παντρεύτηκα, ο Σικελιανός άρχισε τις προετοιμασίες για τις Δελφικές γιορτές του 1926, οι φίλες μου σκορπίσανε. Δυστυχώς όμως δεν τον βοήθησαν όπως του άξιζε, και έπαθε οικονομική καταστροφή. Αλλά, τι τα θυμόμαστε τώρα πια! Έχουν περάσει τόσα χρόνια, όλα ξεθώριασαν στο μυαλό μου. Σ’ ευχαριστώ όμως παιδί μου που μ’ έκανες να ξαναθυμηθώ τόσα γεγονότα, ένιωσα πάλι νέα και όμορφη όπως ήμουν και τότε".
Και η αναπόληση των περασμένων τελειώνει μ’ ένα κόμπο στο λαιμό, ένα αίσθημα λάθους, μέσα σε μια αβάσταχτη σιωπή, σχεδόν μεταφυσική, που πότε πότε διακόπτεται από τον κρότο που κάνουν οι φλούδες του πεύκου καθώς τινάζονται από το αναμμένο τζάκι. 

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

βιβλιοθήκη

Ποτέ δεν θυμάμαι,
ποτέ δεν μπορώ να ανακαλέσω
ή
να περιγράψω τα πόμολα
που κλείνουν τις πόρτες του σπιτιού μου.

Δεν υπάρχει λόγος.
Δεν υπάρχει λόγος τελικά
να ασφαλιστούν τα δωμάτια.

Θυμάμαι - κι αυτό αρκεί -
σε ποιά ράφια αναπαύονται τα βιβλία μου.

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

της Κατερίνας...

Αυτή η γυναίκα
σε πιάνει από το χέρι όταν χάνεσαι,
είναι η φίλη
όταν βυθίζεσαι,
κοιμάται σαν βρέφος
ξυπνάει σαν καταιγίδα
γελάει σαν παιδί,
τινάζει τα πόδια της ευχαριστημένη
τη στιγμή που υποδέχεται τα καινούργια της δώρα.

Αυτή η γυναίκα
κατευνάζει
αγχωμένη
τον ίδιο το Θάνατο
τη στιγμή που πατάει με προσηλωμένη
μανία
τα πλήκτρα του πιάνου της.

Αυτή η γυναίκα
αποφασίζει να ζήσει
αρμονικά
με αυτά που ορίστηκαν ως ψεγάδια,
αυτή,
αποφασίζει να φτύσει
τα ινστιτούτα,
τα καθωσπρέπει,
τις άτριχες,
άοσμες
και άκαμπτες βλακείες.

Σ' αυτή τη γυναίκα
δεν βρέχει ξένος όμβρος.

Αυτή η ίδια
είναι η βροχή.








Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Χωρίς τίτλο (I)

Ι
Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ' τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ' αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος...
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει...
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως... ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ' ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν' ἀφήσεις...-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ' αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«... τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις...»



Βύρων Λεοντάρης