Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Τα βράδια που σε περιμένω


Όταν τα βράδια μου γυρίζουν ανάποδα
Αδειάζουν μέσα από τις χούφτες τους
Ζωηρά ποντίκια που πεθάναν.

Απ’ τα μαλλιά τα χέρια μου τα αφτιά.
Νεκρά ποντίκια.

Τα βράδια
αγκάθια στον ύπνο μου
στάζουν τα σεντόνια, γυμνά.

Ας μη νυχτώσει ξανά



Θεοδοσία Μαρινούδη

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»



"Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό) «μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια» «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).


Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.


Σταύρος Βαβούρης

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Μην ξεχνάς...



Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.


Έκτωρ Κακναβάτος

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Δαπανήθηκα

Δαπανήθηκα στις λόχμες
μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά
έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.
Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου
και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια
μίσους ήχους στον αγέρα
λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο
ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους
και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού
στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο
στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.
Τραλαριαλό τουλίτ λο.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι – κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι- κομματάκι.

Γιώργος Μακρής


*Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε το 1923 και αυτοκτόνησε το 1968. Υπήρξε εξέχουσα μποέμ φιγούρα των πνευματικών αναζητήσεων των δεκαετιών ΄60 και ΄70. Ο Γιώργος Μακρής εκφράστηκε με όλα τα είδη του λόγου, αλλά όσο ήταν εν ζωή δεν δημοσίευσε τίποτε από το δικό του πρωτογενές έργο. Υπήρξε αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού « πάλι». Στο ίδιο περιοδικό βρίσκουμε μια μετάφρασή του της « Ηλιόπετρας » του Οκτάβιο Πάζ, αλλά και άλλες μεταφράσεις. Επίσης γνωστή και άξαφνη είναι η προκήρυξή του για την ανατίναξη των αρχαίων μνημείων με πρώτο την Ακρόπολη

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ποιητική συνταγή

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα


τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι, 


δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες


πέντ' έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα


κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.


Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα


λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.


Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια

αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες

δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες

μία νυχτερίδα, μία χελώνα
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα

βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση

και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.


Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια

έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα...

Σε μια θεόχτιστη ρίξ' τα παδέλα


ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,

βρυσούλας γέννημα... ή και απ' αυλάκι.


Πέσε τ' ανάσκελα και πίθωσέ τα

στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.


Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,

καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.


Άσ' την παδέλα να πάρη βράση, 

μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.


Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,

και είναι έτοιμο μ' επιτυχία


γιαχνί αθάνατο, ποιητικό...

Κένωσ' το, κένωσ' το ζεστό ζεστό


σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο...

και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλήθεια;


Ένας άνθρωπος περπατάει μαζί με τον διάβολο και βλέπει κάποιον άλλο να μαζεύει κάτι από τον δρόμο. Ρωτάει λοιπόν τον διάβολο «Τι μάζεψε αυτός από κάτω;». Του απαντάει εκείνος: «Μια μικρή αλήθεια». Τον ξαναρωτά τότε «Δεν φοβάσαι;», και του απαντά ο διάβολος «Όχι, θα τον βάλω να την οργανώσει».


Κάτι από τα πεζά κείμενα του N. Kαρούζου

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Δάχτυλο

Πάνω στην εκκολαπτόμενη μέρα
της αϋπνίας, ο κόκορας και οι καμπάνες
κι ο ρόγχος του βουνού στεγνώνουν
τις πιτζάμες τους
Μικρά ζευγάρια μάτια χωμένα στο βουνό
αρνούνται να παραδοθούν, να μοιραστούν τον χώρο τους
να παίξουν
Ο ήλιος ανατέλλοντας εξαφανίζει την πόλη κάτω απ τις
ακτίνες του
Όλα μοιάζουν με ομιχλώδη, ακαθόριστη κατεβασιά

Σήμερα η σκέψη κινείται γύρω απ το δάχτυλο καθαυτό
η σκέψη είναι το δάχτυλο, είναι μέσα του
εφάπτεται στο ανάγλυφο δέρμα, ακολουθεί τα αποτυπώματα
εξαντλείται μετέωρη στην κορυφή του
Πόσες φορές το δάχτυλο στερήθηκε την υλική του υπόσταση
τους παλμούς, τη γεύση του, το τρέμουλό του
εξ αιτίας αυτού που έδειχνε;

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Φάρος

Αν θέλαμε να ρίξουμε μια βάρκα
στην στεριά και να την βάψουμε
κανελί και να την γδάρουμε
σαν γιαούρτι
θα παίρναμε μια σούμα
του αχταρμά μας
παράταιρη και ξεχαρβαλωμένη
θα την αφήναμε να βράσει
στις πράσινες όχθες των πάγων που λιώνουν
και κοχλάζοντας βρίσκουν την θάλασσα

Ύστερα θα πρεπε λίγο να σκεφτούμε γι αυτή τη βάρκα
τόσο ύστερα ώστε να μην υπάρχει εκείνη πια
ως τέτοια για να μπορέσουμε κατόπιν να την σκεφτούμε όντως
και να την πεθυμήσουμε..

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Παπούτσια στο χωλ

Το ασύλληπτο της υπόθεσης
είναι πως τα ερωτήματα θα τεθούν κάποτε.
Όχι από οθόνες. Αλλά από αληθινά στόματα και χέρια.
Εκστατικά κι αδιαμεσολάβητα. Τσεκουράτα.

Φερ' ειπείν,
"πόσα tweets έκανες όταν σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"γιατί επέμενες να διαβάζεις και να πιστεύεις
και να αναπαράγεις ψέματα αφού ήξερες ότι είναι ψέματα
κι ενώ σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"πόσα ιδεολογικά παραμύθια εκσφενδόνισες
για να κρύψεις την πραγματική ανεπάρκεια
και την τεμπελιά;"
ή
"γιατί κατάντησες την τεμπελιά -κι άλλα πολλά-
βρισιά;"
ή
"πόσες φορές "έκανες το καθήκον σου"
μετρώντας τα λεπτά για να τελειώσει η περαίωσή του;"
ή
"γιατί δεν έκανες ακριβώς αυτό που ήθελες
γράφοντας στα παλιά σου τα παπούτσια τις νέες νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς που απλά αντικατέστησαν τις παλιές νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς;"
ή
"γιατί δεν κάθισες απλά σ' ένα παγκάκι το βράδυ
για να σκεφτείς, για να μη σκεφτείς, για να παρατηρήσεις;"
ή
"γιατί δεν παρατήρησες ποτέ; δεν διάβασες ποτέ; δεν έγραψες ποτέ;
δεν ζωγράφισες ποτέ; δεν έπαιξες ποτέ μουσική;δεν χόρεψες ποτέ;"
ή
"ΠΟΣΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΕΙΧΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΣΟΥ
όταν σφάδαζε ξυπόλητος ο κόσμος;"

Το ασύλληπτο της υπόθεσης είναι
πως τα ερωτήματα που θα τεθούν
είναι πια αμέτρητα.

Και τώρα, θα κόψω περήφανα
ένα κορόμηλο από το διπλανό σπίτι.
Θα σου το αφιερώσω γλάρος
με σκυμμένο κεφάλι κι έτοιμο φτερό.

Ρωτάω:
Τον ακούς τον Γκιώνη
να ρωτάει;...


Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

της επιστροφής

Θα καταθέσεις
θα σβήσεις
θα πεις
"δεν ήταν δικά μου"
κι αυτά τα "μη δικά σου"
έγιναν κτήματα άλλων
και σε άλωσαν.

Απλά, δωρικά, λιτά.

"Αληθινά!"
πετάγεται μια φωνή.

Όχι άλλο delete.

Και θα πεις:

Επανήλθα!

Θα συνεχίσεις όμως αναπόφευκτα
να είσαι
"έξυπνο παιδάκι που διαβάζει Καρυωτάκη"
που αρνείται πεισματικά να προφέρει
τη λέξη γκόμενα.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Το δωρικόν τού χαρακτήρος

Γεννησιμιού μου από πέτρα και θάλασσα
γδέρνοντας το ξυπόλυτo δέρμα σε πυργόσπιτα και καλντερίμια
παίζοντας με τα βράχια πάνω σε αλαφιασμένα κύματα
κυνηγώντας την άκρη των κεραυνών με την ταχύτητα του δυνατού μου γέλιου
φιλώντας μεθυσμένη το σκληρό χώμα και χορεύοντας με τα λικνιστά φύκια
κραυγάζοντας ισοκράτες και μοιρολόγια πάνω από κολυμπήθρες και τάφους
κρεμασμένη από τους σταλακτίτες των ανεξερεύνητων σπηλαίων
με μάτια κλειστά νιώθω τον Σιρόκο κι ανιχνεύω την καταγωγή της ερήμου του
παλεύω με τους εφιάλτες γερμένη πάνω σε αρχαία ξυλόγλυπτα
μπερδεύω τη μιλιά μέσα στην οξειδωμένη γλώσσα των συντακτικών

φερμένη σε κατάφορτα μποστάνια και καπνισμένους κάμπους
με τις πατημασιές ριγμένες πάνω στο μαλακό και λασπωμένο χώμα
με μια απορημένη ακινησία στο απαλό θρόισμα του σιταριού
με τα μεγάλα πυκνόφυλλα δέντρα να κρύβουν τα παιχνίδια των αστραπών
ξαπλωμένη στο δροσερό χορτάρι ποθώντας την αγκαλιά του μονόλιθου
μουρμουρίζοντας τις μελωδίες των μελισσών στο απάνεμο των μαλλιών
ισορροπώντας στους σταλαγμίτες των παλαιολιθικών δασών
αντικρίζω τον ουρανό πάνω από τα σύννεφα βαθιά μέσα στα μάτια
παραμιλώντας σαν πεφταστέρι μέσα σε μελαγχολικό ονειροπόλημα
ακατάληπτες λέξεις από τους βρυχηθμούς μέχρι τους πυκνωτές των νοημάτων

κυκλωμένη από το λερό τσιμέντο και την τρύπια άσφαλτο και τις ασυνάρτητες κεραίες
με τα πόδια πληγωμένα από σπασμένα γυαλιά και αιχμηρά σκουπίδια
με το βλέμμα δακρυσμένο να εξατμίζεται πάνω από τις μονωμένες ταράτσες
εναγώνια ιχνηλατώντας τις συνήθειες των αστικών καταιγίδων
ανυψωμένη για να ανασαίνω τη ζωή των λίγων και μοναχικών δέντρων
αρνούμενη μια αντίστιξη πάνω στις χυδαίες μελωδίες των πλαστικών προγραμμάτων
μετεωρίζομαι στους πολυδαίδαλους υπονόμους και τα βρώμικα αντλιοστάσια
με την πλάτη στον ουρανό από συστολή για τη βλαστήμια του κόσμου
κλειδωμένη σε έναν σιωπηλό ύπνο κομμάτι θανάτου εξορισμένου ονειροκρίτη
συλλαβίζοντας τις συμβάσεις σα να ξερνάω βρισιές στον ανακριτή μου

να δώσω σχήμα στην πέτρα και τη θάλασσά μου
γδέρνοντας το ξυπόλυτο δέρμα στους σχιστόλιθους των αγαπημένων χειρονομιών
παίζοντας με τα ορυκτά των βλεμμάτων και τους αστερίες των ακροδαχτύλων
κυνηγώντας τη βροχή από σταγόνα σε σταγόνα της πιο βαθιάς συγκίνησης
γλυκά ζαλισμένη με λόγια που δραπέτευσαν από μοναχικό παγκάκι στην άκρη της πόλης
τραγουδώντας τους δυνατά αναστατώνοντας τις μεγάλες λεωφόρους του τίποτα
ραντίζοντας με βαθυκόκκινο κρασί το στόμα της μεγάλης μου σπηλιάς
χαϊδεύοντας τον αιφνίδιο άνεμο που χτυπάει τα πρόσωπα σε κάθε στροφή της διαδρομής
από το ξύπνο στον ύπνο κι από την ακροβασία στην υπνοβασία του καθεμέρα
δίνω σχήμα στις λέξεις μου για να σε συναντήσω και πέτρες στα χέρια μου για να μη σε πάρουν

από μένα


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Ψέματα;

Είπε:
Αυτός είναι ο τρόπος μου.
Ο τρόπος μου.
Δεν ξέρω κάτι άλλο και ποτέ
δεν ήξερα τίποτα
και τι να έκανα;
Αυτή ήταν και είναι η άμυνά μου.
Η ανοησία της γραφής.
ΓΡάφω
ΓΡΑΦω
ΓΡΑΦΩ.
Ξυπνάω και κοιμάμαι
μ' αυτό που έλεγε  ο αγαπημένος ερυθρογράφος:
"Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα.
Μαύρη εκδίκηση.
Κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη".

Είπε πάλι:
"πόσο θα ήθελα να σε δω και να
καταργήσω ό,τι ξέρουμε.
Δεν χρειάζεται δα καμιά φοβερή επεξεργασία
αυτή η αλήθεια:
Κάνει κρύο ακόμα και την άνοιξη όταν
δεν μοιράζονται τα χείλη αυτό που ξέρει ο χειμώνας."

Είπε έπειτα:
"Μα καλά ρε μαλάκα
ψηφιακός στίχος;
Ούτε μισό μολύβι:"

Και απάντησε
μολύβι, 01010101, σήματα καπνού
έρωτας, θάνατος εξέγερση.

Είπε τελικά:
Πόε.
"δεν ήμουν ποτέ παιδί σαν όλα τ' άλλα"
και κοιμήθηκε.
Θα με ξεχάσεις;

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

της επανάληψης...


"Η ευτυχία δεν είναι τίποτα παραπάνω από καλή υγεία και κακή μνήμη."
"Γράψε μεθυσμένος, επεξεργάσου νηφάλιος."
Έρνεστ Χέμινγουει

Τόσος και τόσος κόσμος έχει πει
τόσα και τόσα για το Τίποτα
μην λέμε πάλι τα ίδια.
Και για ελπίδες και ματαιώσεις
και άλλα που επαναλαμβάνονται αέναα.

Αυτή η Κυριακή δεν θα μπορούσε να μην είναι συννεφιασμένη.
Δεν γαμιέται...
Ας ακούσουμε ένα κομμάτι από το 1998.


video

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

της αγρανάπαυσης...

-Ζούμε ιστορικές στιγμές.
-Ναι. Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε ό,τι καταλάβαμε.
-Πώς θα γίνει, αν απλά ξαπλώνουμε σ' αυτή τη ζεστή γωνιά;
-Είναι δική μας.
-Ζούμε ιστορικές στιγμές, έτσι δεν είναι;
-Θα περάσουμε δύσκολα και κάποια στιγμή θα καταγράψουμε.
-Μην το πεις ποτέ αυτό που σκέφτεσαι όσο και να μου άρεσε.
-Δεν θα το πω.
-Σήμερα σφάχτηκαν πάλι. Αίματα.
-Θες να χαμηλώσω τη φλόγα;
-Ο μικρός που σου έλεγα τις προάλλες κουτούλαγε στον τοίχο.
-Τι νιώθεις;
-Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου  που να μιλάνε τη γλώσσα μου.
-Θα επιστρέψεις;
-Θα έρθεις καμιά βόλτα από κει;
-Θυμάσαι εκείνο το πρωινό;
-Πες μου τι θέλεις τώρα.
-Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε. Θα καταγραφούμε. Προς το παρόν πάρε με μια αγκαλιά.
-Γιατί φοράς τις πιτζάμες μου;
-Για να σε μυρίζω.

της ανάγνωσης...

Αυτό το μούτρο
Περιγράφει ό,τι καλύτερο έχω δει
Τη στιγμή που ξυπνάω.
Με καθιστά ζωντανό. Κι ατόφιο.
Πες τε μου λοιπόν κουτορνίθια
Τον τρόπο να το απαρνηθώ.
Πείτε μου πώς γίνεται.
Αυτό το μούτρο κουβαλάει
Τα υπόγεια νερά της ανύπαρκτης
Χώρας μου .
Έχει ζήσει την καταστολή,
Την απόλυτη καταστολή, μ’ ακούτε;
Μικρός, κυρτός, αυτό που είμαι
Τέλος πάντων
Προσκύνησα το μούτρο που περιγράφω.
Πάντα
Ως
Εργάτης.
Και βόγκηξα

Και έμαθα πολλά.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Αυτογνωσία


είσαι θεός πεντάρφανος από την προσευχή μου
μια θάλασσα μαβιά που δεν φτάνει το σκαρί μου
είσαι ένας φράχτης που αλυχτά να καρφωθεί στη γη μου
τσαλακωμένος ουρανός που λερώνει την αυγή μου

είσαι στρατιά που δεν θα βρει ποτέ τα σύνορά μου
μεταλλαγμένα όνειρα μακριά απ' τη σπορά μου
είσ' επιστήμη ανήμπορη για την εξίσωσή μου
μάζα ψυχρή μικρόψυχη για την περίπτωσή μου

είμαι κουρέλι αβράκωτου με δάκρυα νοτισμένο
ένα ποίημα του Ρεμπώ σε καράβι μεθυσμένο
είμαι το βλέμμα του Μπαμπέφ πριν πέσει η γκιλοτίνα
και το μαχαίρι του Μπλανκί που κάρφωσε την πείνα

είμαι το χέρι του Σαλή που φιλεύει τους παρίες
Δεκέμβρης αλλοπρόσαλλος για τις αστυνομίες
Ντολτσίνο με φωνάζουνε οι εκκλησιές του κόσμου
καίω τις αυταπάτες μου μ' ένα κλαδάκι δυόσμου

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Με θυμάσαι;

με θυμάσαι με ξεχνάς με σέρνεις στα όνειρά σου με ρωτάς
με αγκαλιάζεις και με φτύνεις γελώντας με ποδοπατάς


κι εγώ αμίλητος ματώνω
σα βαλίτσα στο ταξίδι
μιας ζωής που δε χωρώ


με χτυπάς με ξεφτιλίζεις με φιλάς και με ραντίζεις μ' αγιασμό
με παγώνεις και με καις με κλωτσάς σαν πετραδάκι στο γκρεμό


κι εγώ ανάπηρος σαπίζω
ξεχασμένος σε μια στάση
μιας λάθος διαδρομής


Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

μια πρώην αδύνατη διαταξικότητα

όταν βλέπεις ανθρώπους που πεινάνε
όχι μόνο να μην κάνουν το παραμικρό
για να ενοχλήσουν αυτούς που τους λεηλατούν τη ζωή
αλλά να χαχανίζουν σε καταστάσεις
που θα μπορούσαν να συμμεριστούν
και τα πιο μποέμ τσογλάνια της Φιλοθέης
τότε… 
αυτός είναι ένας τρόπος που τελειώνει ο κόσμος

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Ποιοί;

«Τώρα  ψωνίσαμε από σβέρκο μάγκες» ψιθύρισε στη θάλασσα
Ο Mηνάς από την πρύμνη του σαπιοκάραβου
Μόλις που είχε μπαρκάρει σα λαδάς για να ξεφύγει από τη Δραπετσώνα
Κι αυτή, η Δραπετσώνα, δεν τον  διεκδίκησε ποτέ ξανά
Πολλά χρόνια μετά θάφτηκε κάτω από τόνους κρασιού και μυρωμένα στήθη
Για να πεθάνει μέσα του και να τον έχει παρατημένο σήμερα
Σε μια ουρά με ένα ψηφοδέλτιο του Τραμπ στο χέρι
Ποιος; Αυτός! Ένας μετανάστης από τη Δραπετσώνα…

Είναι φορές που βλέπω τη Θηβών να προσπαθεί να σηκώσει το κεφάλι της
Εκεί από τη Ρετσινά μήπως και δει λίγο τη θάλασσα στο λιμάνι
Κι ας είναι βρώμικη σαν κι αυτήν
Χρόνια τώρα προσπαθεί μάταια
Βλέπεις, οι πολεοδόμοι αντί για το κεφάλι έχουν διαλέξει να τεντώνουν την ουρά της
Για να φτάσει μέχρι την Πάρνηθα
Ποια; Αυτή! Ένας καρόδρομος  προσφυγικών παραπηγμάτων…

Κι εμείς βαλαντώσαμε στο κλάμα πια
Όλο ήρωες και δράματα, περασμένα μεγαλεία, χαλασμένα οράματα
Ξεχειλωμένες αρτηρίες, ξεκουρδισμένες καρδιές, ξέμπαρκα ακροδάχτυλα
Ξηλωμένες φιλίες, ξαστοχισμένοι σύντροφοι, αποξηραμένοι εραστές
Που τώρα ξεφτιλιζόμαστε για λίγο φάμπιουλους μεταμοντερνισμό
Μήπως και γλιτώσουμε από τα μίζερα απόνερα της Φουκουσίμα
Ποιοι; Εμείς! Τα παιδιά της διπλανής πόρτας...

Κι εσείς που κρέμεστε από την κουπαστή της Βόνταφον
Αγωνιώντας για τα επόμενα βάουτσερ
Μηρυκάζοντας τις κατάρες για τον ξεπεσμό
Της πατρίδας, της θρησκείας και της οικογένειας
Δεν γλιτώνετε από την κατάρα της ανάνηψής τους
Δούλοι μεταξύ δούλων, εθνικοί ύμνοι, ψαλμωδίες και πατρικά χαστούκια
Ποιοι; Εσείς! Οι πρεσβευτές του γιόλο…

Το ραντεβού τις Απόκριες στο τμήμα αυτόχειρων του Γ’ νεκροταφείου
για μια ριζική αναθεώρηση της νεκρικής ακαμψίας εν ζωή
ισχύει...

Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Αυτοάνοσοι

Δεν μπορείς να πεις πάντως Χρόνε!
Δουλευτάδες από τα μικράτα μας
κάνουμε πολιτισμό.
Και μουσικές, και στίχους και τραγούδια και ζωγραφιές.
Απαρέγκλιτα κι ατόφια.
Απλά και μόνο ανταγωνιστικά.
Χρόνε!

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Πορτοκάλι

Σε βρίσκω
εκεί
στην αμασχάλη μου.


Και πια δεν θα ζητούσα τίποτα άλλο
αν είχα
το δέρμα σου
ανάμεσα στα δόντια μου.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Αναμένοντας τον Χειμώνα

Κάθε φορά που έρχεται το φθινόπωρο είναι μοναδική. Κάθε φορά. Καταφέρνει να είναι καινοφανής. Και μετά, ο Χειμώνας. Αυτός ο παρεξηγημένος. Ο πάντα αληθινός. Θυμάσαι τι σου έλεγα κάποτε; Για τον "απτό, κατανοητό Φλεβάρη" σου έλεγα. Όσο περνάνε τα χρόνια αυτός ο ασπρομάλλης γίνεται όλο και πιο κατανοητός. Η Θάλασσα είναι αληθινή, υπάρχει χωρίς φτιασίδια. Ο ποδαρόδρομος είναι αληθινός. Χωρίς αντιπερισπασμούς. Οι βιβλιοθήκες μυρίζουν. Αναβλύζουν. Ο Varlam Salamov είναι χειμωνιάτικη εικόνα. Είναι τόσο γοητευτικός όσο η αναπόδραστη πραγματικότητα της εγγύτητας των ανθρώπων που καταφεύγουν και γνωρίζονται σε κλειστούς χώρους μοιραζόμενοι τη ζεστασιά.
Μπορώ να φανταστώ τον Άρη Αλεξάνδρου να αναμετριέται με την μπόρα χαμογελώντας.
Αδυνατώ να τον δω αλλιώς.
Και ύστερα
πάλι το Φθινόπωρο.
Και η Άνοιξη.
Αυτή η Άνοιξη που κατακρεουργήθηκε.
Ναι.
Ο Χειμώνας είναι αληθινός.
Τελεία.

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Λοιπόν, ακούστε!

Δεν χρειάζεται να βγάζεις βιβλία. 
Ο Μακρής δεν έβγαλε ποτές του βιβλίο.
Μπορείς απλώς να ζεις σαν ποιητής.
Να ζεις με τη ποίηση.
Ο Γκόρπας μιλάει για ένα ντέφι μεταχειρισμένο.
Ο Χάκκας για μια κουδουνίστρα θαρρώ,
που δεν επιτέλους προορίζεται για την αγορά…
Κουδουνίστρα, ντέφι, καραμούζα λέω εγώ
τέλος πάντων
ό,τι να ’ναι
και να του δίνεις
να καταλάβει
Τραβώντας, πώς το λέει ρε ο Χάκκας,
ντουγρού στην άνοιξη τραβώντας λέει

κι’ όλα γύρω να πρασινίζουν – έτσι.


Θεόδωρος Μπασιάκος

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Το μαχαίρι



Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.


Άρης Αλεξάνδρου, 1959

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Ποιός;



"Να μιλήσω για μένα Εγώ ποιός
Για ποιόν γίνεται λόγος όταν
Ο λόγος είναι από μένα Εγώ Ποιός είναι αυτό
Σε βροχή από περιττώματα πουλιών με δέρμα από ασβέστη
Η αλλιώς μια σημαία Εγώ ένα
Αιμάτινο κουρέλι κρεμασμένο Ένας κυματισμός
Ανάμεσα στο μηδέν και στον κανένα αρκεί να πνέει
άνεμος
Εγώ απόρριμμα ενός άντρα Εγώ απόρριμμα
Μιας γυναίκας κοινός τόπος πάνω στον κοινό τόπο Εγώ
κόλαση ονειρική
Που φέρει το τυχαίο όνομά μου Εγώ φόβος
Γι αυτό το τυχαίο μου όνομα"


Χ. Μίλερ

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ερωτας κι έρωτας ξανά

Θα 'ρθει καιρός
που μ' έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο
και κάτσ' εδώ θα λέει. Τρώγε.
Θ' αγαπήσεις ξανά τον ξένο που ήταν ο εαυτός σου.
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. Δώσε πίσω την καρδιά σου
στον εαυτό της, στον άγνωστο που σ' αγάπησε
όλη σου τη ζωή, που εσύ αγνόησες
για κάποιον άλλο, που σ' έχει αποστηθίσει.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ' το ράφι,
τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα,
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου.
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.



Derek Walcott

Παρασκευή, 13 Μαΐου 2016

όλα μικρά μοιάζουν

καλά μωρέ δεν είδατε εκείνον τον φαγάνο
πούρθε γοργά σαν αητός και πήρε το μεδούλι;
κανείς σας δεν επρόσεξε εψές τ' αεροπλάνο
που πήγαινε κι ερχότανε βαστώντας καραούλι;

φωνάζαν τα λαρύγγια μας κόκκινα σαν το αίμα
μηδέ κανείς να ταυτιστεί μηδέ να μπυροκλάνει
κι αν είναι αλήθεια πως μαζί ζούσαμε ένα ψέμα
σαν ροζουλιά αντιβίωση αυτό μ' έχει πικράνει

ποτές του δεν ετόλμαε να πει τα σύκα σύκα
και τώρα που μεγάλωσε ακόμη παραπάνου
έβγαλε μια στριγγή φωνή μπρος στην κυρά μαρίκα
κι έφυγε το απόβραδο με ύφος παρτιζάνου

κοιτώντας τον κι εγώ θαρρείς εμάθαινα τον κόζμο
και το καλό και το κακό και πλιό το πονεμένο
όταν καλά τα χώνεψα μ' αλκοόλ, λάιμ και δυόσμο
σαν να μου πήραν την μιλιά, ξέρω δεν επιμένω.

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

ας μη γίνει...

Μα τί γίνεται, τί φασαρία είναι αυτή;
Αυτή λέω που τυλίγει το κεφάλι μας
τις νύχτες
πάνω στο απειλητικό μαξιλάρι
σαν υγρό σεντόνι
χωρίς ίχνος θορύβου
μέσα σε μια τρομαχτική ησυχία

μοιάζει με συνωμοσία
ενός πνιγηρού ανομολόγητου ή

ενός άλαλου πλήθους αυτοκαταστροφών
που συνωστίζονται στην αποβάθρα
και φαντάζονται τρικάταρτους πυρπολισμούς

Ωιμέ! Πολλή φασαρία για το τίποτα

Ό,τι είναι να γίνει ας μη γίνει ποτέ


Τί καταραμένοι είμαστε άλλωστε;



Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

οι ορίζοντες ως ορίζουσες

ανυπόστατος ορίζοντας
καθώς η γη τον προσπερνάει ασταμάτητα
και οι θάλασσες τον θολώνουν με τα ριπίσματα τους

εμείς πάντα
θα τον επικαλούμαστε ως εκάστοτε ορίζουσα
της σφαίρας της εμπειρίας μας

ανεξάρτητα με το ότι
κινείται με σημείο αναφοράς τις αισθήσεις
και φθείρεται με το ρυθμό της θνητότητάς μας

κι έτσι η γη θα μας προσπερνάει
κι η θάλασσα θα θολώνει τις υπαρξιακές ματαιότητες
με το ρυθμό των οριζόντων μας

που θα είναι πάντα εκεί
ως εκάστοτε ορίζουσα των απείρων εκδοχών μας
καθώς αυτές θα χάνονται μαζί με τις μεγάλες σταθερές

που μας προσπερνούν για να τις προσέξουμε
που μας ριπίζουν δυνατά για να μας κρατήσουν ξύπνιους
ενώ εμείς

δηλώνουμε υποταγή στις ορίζουσες

εν ονόματι των οριζόντων

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Για την γάτα που ονομάστηκε Κατρίνα!

Πολλές φορές έχω νιώσει
ότι ο αρτιότερος ήχος
βρίσκει  εφαρμογή
στη διαδικασία που ακολουθούν
οι Γάτες
όταν πλένονται.
Ο ήχος αυτός είναι Απόλυτος.
Εφαρμόζει και μεταδίδει
τη μουσική με το "μ" κεφαλαίο.
Τον ήχο - αλήθεια λέω -
ανόθευτο και Συμπαραστάτη.
Ρωτήστε αν θέλετε
τον Γερο Ποσουμ.
Θα εκπλαγείτε.


Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2015

Ζητείται μανιφέστο

Για ένα υποκείμενο
που δεν θα υποκύπτει
κι ας υπόκειται των κειμένων

αποδρώντας από τα αντικείμενα

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

στόμωσε το σκύλο με τη μοναξιά της


βγαίνει από το διαμέρισμα
κάθε λίγο και λιγάκι με το σκύλο της
και τον ακολουθεί μέχρι που χάνεται μαζί του

το ξέρω  ότι ο σκύλος είναι άλλοθι
για τη μοναξιά της

γιατί ακούω τη μοναξιά να αλυχτάει σα σκύλος
στο διαμέρισμα

όταν αυτή λείπει με το σκύλο της

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

ε;

Πώς αντέχεται
τόση παρακμή
τόση ευκολία
τόσος οχετός
τόση επίδειξη
τόση φαινομενικότητα
τόσο τίποτα
τόσα καμπόσα
τόσα στολίδια
τόσα άναστρα βράδυα
τόσα ψεύτικα άστρα
τόσες οθόνες
τόσα λάικ
τόσες ήττες
τόσες νίκες
τόσες νίκες που έγιναν ήττες γιατί δεν στοχάστηκε κανείς
τόσες ήττες που δεν έγιναν στοχασμός αλλά μόνο φετίχ
τόσα φετίχ
τόσοι άνθρωποι που πνίγονται
τόση φιλανθρωπία από τ' αφεντικά για τους ανθρώπους που οι ίδιοι πνίγουν
τόσοι άνθρωποι που νοιάζονται γι αυτούς που πνίγονται αλλά δεν βλέπουν ποιοί τους πνίγουν
τόσες κουβέρτες
τόσα ρούχα
τόσες σέλφι
τόσοι τακτικισμοί
τόσοι  -ισμοί
τόσα "η πραγματικότητα πρέπει να χωρέσει σ' αυτό που λέω αλλιώς δεν υπάρχει"
τόσες επιθέσεις όλων εναντίον όλων
τόση θάλασσα να μας χλευάζει
τόσο απέραντα όμορφη η θάλασσα
τόσο όσο να ρωτήσει:

Πώς και πόσο αντέχεται
η Βλακεία;
ε;

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Και αυτή τη φορά χρόνια πολλά πολλά

Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

Τοκ Τοκ


 


 












παραδέρνεις εκεί που η σιωπή χτυπάει κόκκινο
και θα σημάνει τρείς

κανείς δεν πέρασε από δω 
γιατί το χώμα δεν πατήθηκε
μπορεί βεβαίως όλοι να γνωρίζουν
να έχουν δει περί τίνος πρόκειται
αλλά κανείς δεν πέρασε

αυτά που "ξέρει όλος ο κόσμος"
και όσα "έχει δει"
δεν είναι αρκετά

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Διλήμματα



Από τη μια μεριά η "μεταφυσική του χρήματος" - από την άλλη η σάρκα του ροδάκινου.


Από τη μια μεριά ένα στρατσόχαρτο, μια υπογραφή, μια φούσκα - από την άλλη το χώμα, το νερό, ο ιδρώτας.


Από τη μια μεριά το "επιχειρείν" - από την άλλη ένας ψαράς κι η βάρκα του.


Από τη μια μεριά το νεκρό χρυσάφι - από την άλλη το ψωμί και το αλάτι.


Από τη μια μεριά ο υποθηκευμένος ουρανός, ένα παγκόσμιο μαύρο τίποτα - από την άλλη σύμπας ο κάτω κήπος.


Από τη μια μεριά ο τσιφλικάς, ο τραπεζίτης, τα "στελέχη" - από την άλλη ο Σάκκο, ο Βαντσέτι, ο Αντύπας.


Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέλος.





Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, περιοδικό "Σημειώσεις", τχ. 73.

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

Άσμα για μια ισημερία

Άρχοντα χωροδεσπότη, κοίτα χιονίζει, κι' ο ουρανός είναι αμπόδιστος, η γη λυτρωμένη από κάθε ζυγό :
γη του Σήθ και του Σαούλ, του Τσε Χουάγκ-τι και του Χέοπα.

Η φωνή των ανθρώπων είναι μέσα στους ανθρώπους, η φωνή του μπρούντζου μέσα στον μπρούντζο και κάπου στον κόσμο
όπου ο ουρανός ήταν άφωνος κι' ο καιρός δε φυλάχτηκε,

ένα παιδί γεννιέται στον κόσμο που κανείς δεν ξέρει τη φυλή ούτε τη σειριά,
και το πνεύμα χτυπά με χτύπους σίγουρους στους λοβούς ενός κούτελου άσπιλου.

Ω Γη, Μάνα μας, μη σε μέλει γι' αυτή τη φάρα : ο καιρός είναι αστραπιαίος, ο καιρός είναι πλήθος κι' η ζωή πάει το διάβα της.

Ένα άσμα υψώνεται μέσα μας που δεν έχει γνωρίσει την πηγή του και δε θα εκβάλει στο θάνατο :
ισημερία μιάς ώρας ανάμεσα στη Γη και στον άνθρωπο.


Σαιν-Τζων Περς σε μετάφραση Νίκου Παναγιωτόπουλου


Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

Του κάκου

βούρκωσαν 20 πολυώνυμα
με κείνο σου το πέρασμα
απ το φουγάρο

πληκτικός και με διάθεση
οριζόντιας σήψης\
περπάτησες
ακομηλίγο

έφτιαξα μια χαμόπιτα
να αξιοποιήσω την φωτιά
ψήθηκε κανονικά
στους 175 βαθμούς Κελσίου

σάπισε κανονικά στους
_γύρω στους_
40 εκείνου του καλοκαιριού

του συγκεκριμένου και τα λοιπά
έπειτα όλα είχαν ειπωθεί

περιγραφεί ξανά και ξανά
επαναληφθεί και διανθιστεί

είχαν απολέσει το ιστορικό τους \χρέος

αποσπασματικά όπως οι πόνοι τους
μετακινήθηκαν στο σώμα
σουβλιά στο ανέβασμα και στο κατέβασμα
απουσία απουσία απουσία απουσία

πρωτότυπη νύχτα με φως ηλεχτρικό
με καθαρά σεντόνια
και πληχτρολόγιο

η καντηλότροπη παντιέρα
λικνίστηκε ααααψού\

σαν πύραυλος με φόρα\
αύριο ίσως να ήταν πουλάκι
ή και αναστεναγμός
ωωω\
μα πόσο ρομαντικό 

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

φώναξε στον εαυτό του

Και φώναξε:
"Καλά αυτοί οι πρόσφυγες δεν έχουν υποχρεώσεις;
Μόνο δικαιώματα έχουν;"

Κατασίγασε έτσι τον νομιμόφρονα πατριωτισμό του
που είχε αρχίσει να κατατρώγεται από έναν ενοχλητικό ανθρωπισμό

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

τελευταίο μήνυμα

όταν φύγεις οριστικά
άσε το φως ανοιχτό

η μοναξιά μου
θέλει να διαβάσει τον καφέ σου 






Θαλερός Κ.

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

καταραμένε Αύγουστε

καταραμένε Αύγουστε
με τον επίμονο ήλιο να λιώνει τους ασβεστωμένους πόθους
και ασυνάρτητους αγέρηδες να τρελαίνουν την ηθική του ανεμοδείκτη

πυρωμένε ιδρώτα
αναβλύζεις ακατάσχετα από τους ηφαιστειακούς πόρους
και αλείφεις το οργωμένο δέρμα με τα αποκαΐδια της εσωτερικής κόλασης

απάλλαξέ με
από τα εντεταλμένα σου λάθη
κι άσε με στην άκρη
ενός αδιάφορου καλοκαιριού

χωρίς αποσκευές

να περιμένω το τραίνο του εξημερωμένου φθινοπώρου

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Λευτερία

Κολύμπησα
όπως κολυμπώ κάθε μέρα,
κάθε μέρα ασταμάτητα.

Αλλά σήμερα
σκέφτηκα,
θυμήθηκα,
ανακάλεσα,
τη ΓΥΝΑΙΚΑ
που με έφερε με πόνο
στον άπονο κόσμο.
Και αυτή,
-για δες σύμπτωση-

λέγεται Ελευθερία.

Η μάνα μου.




Τρίτη, 21 Ιουλίου 2015

μικρές νομοτέλειες των καθημερινών μεγάλων στιγμών

με τόσα  σκατά κάτω από το χαλί
όσους ελιγμούς κι αν κάνεις

κάποια στιγμή θα σκοντάψεις

και θα εκπλαγείς από τις συσσωρεύσεις

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Γιόμα





Εν τέλει
κάποια στιγμή
έχουνε φταίξει
όλα με την σειρά τους
κι έχουνε πάψει πια..

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Μπορω να δω...

Μπορω να δω τα φωτα του χωριου
στιγμιαια καθε φορα
μεσα απο τις σταγονες της βροχης λιγο πριν βυθιστουν στο χωμα
Μπορω να ακουσω καθαρα
τους υπηρετες του ανυπαρκτου θεου
σε καποιο ακαθιστο υμνο
και τις ανασες των πολυχρωμων κουρασμενων συμβολων της ειρηνης
που κουρνιασαν στον περιστερωνα
διαλεγοντας το απο καποιο κοντραρισμα στην καταιγιδα
Μπορω να μυρισω το αρωμα του κορμιου σου
που διασχιζει καθετα τον δυνατο ανεμο
τελειως ανεξηγητα αυλο
θολωνοντας εξαισια τον κουρασμενο μου νου
Μπορω να νιωσω τουτη τη νυχτα
γιατι στο σκοταδι το συρματοπλεγμα δεν φαινεται
και ξερω οτι παντα
οι σταγονες της βροχης
το νερο της σταγονας
το νερο
χαλαρωνει τις δυναμεις συνοχης των μοριων οποιουδηποτε μεταλλου
και το συρματοπλεγμα ειναι απο μεταλλο
οπως τα καγκελα
τα οπλα
οι χειροπεδες
οι κλειδαριες
Σκεφτομαι πως συντομα θα πρεπει ολα αυτα να δοθουν στη σκοτεινη βροχη
για να σκουριασουν, να χαθουν..


Θαλερός Κ, 1984

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Του Αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα


Σε γαμούν κανονικά, η μαμά και ο μπαμπάς.
Μπορεί και άθελά τους, πάντως αποτελεσματικά.
Σε παραγεμίζουνε με τα δικά τους τα στραβά, κι αν πας
να βγεις, σου πακετάρουνε και κάποια επιπλέον, πιο προσωπικά.

Όμως και εκείνοι εγαμήθησαν κατά σειρά,
από γελοίους με παλαιικά καπέλα και παλτά,
που άλλοτε τούς κοιτάζαν βλοσυρά
Κι άλλοτε μεταξύ τους τρώγονταν σαν τα σκυλιά.

Ο άνθρωπος κληροδοτεί τη δυστυχία
η οποία βαθαίνει σαν την υφαλοκρηπίδα.
Κοπάνησέ την, χωρίς αστοχία,
και μην τεκνοποιήσεις, μόνο πήδα.

Φίλιπ Λαρκιν 
(Μετάφρασε ο Ορφέας Απέργης)

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Δὲν εἴμαστε ποιητές


Δὲν εἴμαστε ποιητὲς
Σημαίνει ἐγκαταλείπουμε τὸν ἀγῶνα
Παρατᾶμε τὴ χαρὰ στοὺς ἀνίδεους
Τὶς γυναῖκες στὰ φιλιὰ τοῦ ἀνέμου
Καὶ στὴ σκόνη τοῦ καιροῦ
Σημαίνει πὼς φοβόμαστε
Καὶ ἡ ζωή μας ἔγινε ξένη
Ὁ θάνατος βραχνάς.

Γιώργος Σαραντάρης


Στο wikipedia αναφέρεται ότι  "Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γιώργος Σαραντάρης εμφορούμενος από συναισθήματα φιλοπατρίας συμμετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, όπου αρρώστησε από τύφο. Πέθανε ύστερα από την επιστροφή του στην Αθήνα το 1941."

Ωστόσο, ο Ελύτης έχει άλλη άποψη που την διατυπώνειστα "ανοιχτά χαρτιά":
"Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της".

Τελικά αυτό που ισχύει:
"Ο Σαραντάρης πέθανε αβοήθητος στα χιόνια της Πίνδου, πολεμώντας-αυτός ο ασθενικός μικροκαμωμένος ποιητής..-τους φασίστες εισβολείς...πέθανε εγκατελειμμένος, χλευαζόμενος από τους "άντρες" μιας βρόμικης νοοτροπίας που τον "προκαλούσε" να δείξει τη..μαγκιά του!...πέθανε από το ασυγχώρητο μίσος της κακομοιριάς που κάνει το κόμπλεξ της ιδεολογία και ηθική του όχλου..."

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Πανάκεια













Ο πυρετός
κι όλες οι ζέστες του κόσμου
οι εσωτερικές
σε φέρνουν στο προσκήνιο
με μια απλότητα
ακτίνας που διαπέρασε
2-3 σειρές πολυκατοικιών
και μια γρίλια
πίσω απ΄τα μάτια
το βάρος αφόρητο

γέρνω μπροστά
προς το χέρι σου
για να περάσει

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

σημαιάκια λιγδιασμένα

Οι δρόμοι ανοιχτοί.
Οι ταβέρνες φίσκα.
Σήμερα το θέλει η μέρα
Μπακαλιάρο-σκορδαλιά.
Κυάλια κρεμασμένα
Σημαιάκια λιγδιασμένα.
Βαράει και ο ήλιος
και η σκορδαλιά.
Μια σκατόμυγα στο μάτι του παιδιού
μετά την παρέλαση. 25 Μαρτίου 77.



Κατερίνα Γώγου

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Μια τοιαύτη εορτή...

«Διότι μία τοιαύτη εορτή της τρέλλας και της αθυροστομίας [αι Απόκρεω], είναι ανάγκη της ανθρωπίνης ψυχής, ως η εξομολόγησις· είναι δικλείς από την οποίαν εκφεύγει το περίσσευμα της δυσφορίας ημών διά την υπόκρισιν εις ην μας αναγκάζουν αι κοινωνικαί συνθήκαι· είναι μικρά επανάστασις του αφελούς και πρωτογενούς ανθρώπου, τον οποίον δεν εδάμασαν ακόμη εν ημίν, ούτε θα δαμάσουν ίσως ποτέ εντελώς οι νόμοι του λεγομένου πολιτισμού.»
Ιωάννης Κονδυλάκης, από το Λεξικό Νεοελληνικών Παραθεμάτων και Αφορισμών (επιμ. Γ.Π. Σαββίδης).

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Το ημερολόγιο ενός βαρβάρου

Είμαστε λίγο δικηγόροι, λίγο ποιητές,
λίγο σύζυγοι, λίγο ερωμένοι
περήφανοι και τιποτένιοι μαζί.
Λίγο πλάσματα αγαθά και λίγο καθάρματα
[...]
Είμαστε λίγο ποιητές, λίγο δικηγόροι,
ξέρομε να φωνάζομε ξέρομε να σιωπούμε
έχομε μια καρδιά, πολλές καρδιές, όσες χρειαστούν,
για να χωρέσει ο ωκεανός που κρύβομε δω μέσα.


Νίκος Παπάς, , 1957

[Kύριε, άνθρωποι απλοί], [Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

 [Kύριε, άνθρωποι απλοί]

Kύριε, άνθρωποι απλοί
πουλούσαμε υφάσματα,
(κι η ψυχή μας
είταν το ύφασμα που δεν τ' αγόρασε κανείς).
Tην τιμή δεν κανονίζαμε απ' την ούγια
η πήχη και τα ρούπια είταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμίς ποτέ:
η αμαρτία μας.

Eίχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
―πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα―.
Tώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησέ μας· δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας·
Kύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!



[Της μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος]

Tης μοναξιάς ο ύπνος μισοθάνατος·
γυρίζει τις εικόνες διψασμένα όνειρα,
είν' ο βυθός τα χρώματα...
Ξαναγυρίζει στη ζωή με μουσικές παράξενες,
γι' αυτό δεν είναι θάνατος,
κυκλόφερτου ανέμου αλλαγή
δίνει καιρό να συλλογίζομαι
σαν ξελογιάζεις τα όνειρα
ξύπνε· και ντύνω νυφικό ζωής
τα κλώνια χειμωνιάτικου βραχνά
με μαγικά λουλούδια άνοιξης.
Tο δίκοπο μαχαίρι της ζωής κρατάς!
 

Δημήτρης Αντωνίου

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

...αντιεκλογικό τραγούδι: "Στην οδό του Μπλαμαντώ"




Στην οδό του Μπλαμαντώ
έχουν στήσει τα πατάρια
και ακονίσαν τα ξινάρια
για να κόψουν τα κεφάλια.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
πάν' οι δήμιοι στη δουλειά τους
δε σας λέω χωρατό
για να κόψουν Πατριάρχους
και Στρατάρχους και Ναυάρχους.
Στην οδό του Μπλαμαντώ.

Στην οδό του Μπλαμαντώ
φτάνουν οι κυρίες σωρό
οι λουσάτες με τα βέλο
μα τους λείπει το τσερβέλο
και μαζί και το καπέλο.
Στο ρυάκι της οδού του Μπλαμαντώ


Jean Paul Sartre (απόδοση: Αλέξη Σολομού)

Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

πατρίδα μου όλη η Γη...



Όταν σε συγκροτεί μια πατρίδα
εξουδετερώνεις την έννοια της συγκρότησης:
προσδίδεις στον παράγοντα τύχη
χαρακτήρα υπαρξιακής νομοτέλειας

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Πέργκολα


Αφήνω μικρές οπές
χαμογέλου μηχανικά
διασχίζοντας ξανά 
την αποβάθρα.

Ξέρω πως 
ο αμφιβληστροειδής
βαθιά στριφογυρνάει
και κουλουριάζεται.

Ο μηχανισμός έχει χαλάσει
ανοιγοκλείνει
κλείνει ξανά μπορεί να ζει
στην προβολή του.

Ο χρόνος δεν είναι διάσταση
ποιός τόλμησε να πει τέτοια βλακεία;

Ο χρόνος είναι υλικό

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Μικρές ανακοινώσεις

Στάση Ελευθερία

Προσοχή στο κενό μεταξύ διασυρμού και αυταπάτης

Να προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Μπορεί να γίνουν επικίνδυνα όταν τους δίνετε αξία μεγαλύτερη από την αξία χρήσης τους.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Πύρειος νίκη

Και πάλι, και πάλι στη μακρινή εξορία,

στη μακρινή εξορία.

Σε βουνά, σ' έρημο, σε χώρα απέραντη
αξίζει να περιπλανηθώ.




Φ. Κάφκα
1922

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Τί επαναστατικό...

...θα ήταν το ποιηταριάτο αν δεν έτρεχε για το Νίκο Ρωμανό;

Αφιερωμένο εξαιρετικά:



In many a time, in many a land
with many a gun in many a hand.
They came by the night, they came by the day
came with their guns to take us away.

With a knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Back in the days of the Roman Empire
they died by the cross and they died by the fire.
In the stone coliseum, the crowd gave a roar
and it all began with that knock on the door.

Just a knock on the door, knock on the door.
here they come to take one more, one more

The years have all passed, we've reached modern times
the Nazis have come with their Nazi war crimes.
Yes, the power was there, the power was found
six million people have heard that same sound.

That old knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Now there's many new words and many new names
the banners have changed but the knock is the same.
On the Soviet shores with right on their side
I wonder who knows how many have died.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Look over the oceans, look over the lands
look over the leaders with the blood on their hands.
And open your eyes and see what they do
when they knock over their friend, they're knocking for you.

With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more
With their knock on the door, knock on the door
here they come to take one more, one more

Phil Ochs

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Το ιστιοφόρο



Σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί,
– ξένοι, που νοσταλγήσανε πατρίδα όλη τη γη –
κάποια αγωνία μάς έδερνεν από το βράδι ως την αυγή,
πως το κουράγιο μας γοργά σαν κύμα θα σβυστεί,
σαν πελαγοδρομήσαμε, τότε, στον πόνο μας πιστοί. 

Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή,
κ΄ είχε η ζωή μας αιστανθεί μεγάλο απαυδημό·
κ΄ είχε η καρδιά μας σφαλιχτό, σα φυλαχτό της τον καημό
και λέγαμε στενάζοντας : «Πότε θα φτάσουμε αντικρύ;»
Νύχτα ήταν τρισκότεινη, δίχως μια λάμψη έστω μικρή.

Μα, ως τόσο, κι αν γινήκανε κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά,
και το ιστιοφόρο μας επνίγη στο βυθό,
-ν- η τρικυμία εδιάβηκε –γιατί να λυπηθώ;–
και να! που φτάσαμε γεροί σε φως κι απανεμιά,
κι ας μείνανε στο πέλαγο κουρέλια τ΄ άσπρα μας πανιά. 

Δω πέρα θα ησυχάσουμε, συντρόφοι, τώρα μια στιγμή,
κ΄ ύστερα πια θα φτιάξουμε καράβι πιο γερό,
να μην τρομάζει κύματα βαριά κ΄ ενάντιο καιρό,
γιατί η ψυχή μας το ποθεί πάντα να πελαγοδρομεί,
προς νέες χαρές, νέους καημούς, προς νέους ωκεανούς.-

Τεύκρος Ανθίας