Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

(και γιατί;)


Παγωμένη μια μέρα άνοιξε
συνοπτικά και κοιτώντας η ώρα να περάσει
αφηγήθηκε μικρούς υπαίθριους περιπάτους

πιό σιγά...
μπορεί να πάει προς τα πίσω;

θέλω να πω πως κάπου εκεί
(μου διαφεύγει το μέρος ακριβώς)
μα κάπου είχαμε μία παύση
ξαπλώσαμε ανάσκελα
μετά μπρούμυτα
και μετά ανοίξαμε το τάπερ
μιλούσαμε πολύ αραιά
και τρυφερά
όπως πιέζεις με το δάχτυλο
τη ζύμη για να δεις αν φούσκωσε
αγγίζαμε το βάθος του άλλου
κι εκείνο, αν ήταν έτοιμο, επανερχόταν

ξαφνικά
γίναμε μικροί κόκκοι άμμου
στα μεγάλα μποφόρ
ακούγαμε μόνο βουητά
και βλέπαμε κουνημένα χρώματα
αναποδογυρίσματα και κρύο
πέφταμε με φόρα πάνω στα πάντα
τα σώματά μας διέγραφαν το σφύριγμα του ανέμου
και τρέχαμε χωρίς να μπορούμε καν να κουραστούμε
χωρίς να μπορούμε να σταματήσουμε

η ώρα άμα της βάλεις λίγο αυγουλάκι με το πινέλο
θα σκουρύνει πάνω στη λεία της ράχη
κι εσύ θα νιώθεις πως όντως της τράβηξες λιγάκι
τ αυτάκι πως όντως παραείναι ζαβολιάρα

στην ιστορία μας λοιπόν υπάρχουνε κοιλιές
μεγάλες άβολες παύσεις και πόζες αμηχανίας
υπερβολικές γκριμάτσες σωτήριες επαναλήψεις
λάθος βλέμματα και αρρυθμίες

τι θάτανε το παζλ χωρίς τις άκρες του;
ένα ανεξάντλητο μαρτύριο, ένα χωρατό
σίγουρα κάτι χωρίς νόημα
κι άχρηστο

ποιος θα άντεχε άραγε ένα παζλ χωρίς άκρες;

Δεν υπάρχουν σχόλια: