Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Όχι

Όχι
δεν στέρεψες και δεν ορφάνεψες
Ναι
έχεις πιάσει τη ζωή από τα κέρατα
και μερικές φορές δεν έχεις πού να την αφήσεις

περπατώ στις ερωτήσεις σου
για την αγάπη και τα σκοτάδια
και τα "πώς γίνεται;"
και νιώθω την αγωνία
να λούζει το κεφάλι τους

δεν σε ξέρω για να πω ότι
θέλεις να είναι αλλιώς, θέλεις
την αγάπη ένα κατώφλι που μια φορά
όποιος το περνά ποτέ δεν σε ποδοπατά
θέλεις και το σκοτάδι σου όμορφο
και καλοφόρετο να τυλιχτούν

μα η αγάπη ζει με τους τρόπους
κι αυτών που δεν την έχουν μάθει
και το σκοτάδι σου μπορεί
λίμνη μαύρη να λιώνει τα κουράγια

χαίρομαι που μ' ακούς να πασαλείβω
το σώμα μου με ματωμένους στίχους
τις νύχτες που πετάω μακριά
τα ιδρωμένα σεντόνια και ανακάθομαι
αμήχανος απέναντι στο ήσυχο σκοτάδι

να ξέρεις ότι οι ίσκιοι μου τις νύχτες
δεν απαγγέλουν αλλά κοιμούνται
στη ντουλάπα περιμένοντας
τον δικό τους ήλιο να τους αναστήσει

κρίμα που δεν μου έγραψες τότε
που θα εξόριζες  τους πεταμένους
έρωτες και τους χαμένους συντρόφους
στις ληγμένες διαδρομές των εισιτηρίων

ίσως θα πρέπει να τους αφήσεις
στα σημειώματα, στα γράμματα, στα νεύματα
κάπου στο αγαπημένο σου συρτάρι
μακριά από τα εκκαθαριστικά της εφορίας

Α! Δεν καπνίζω... μη γίνεις στάχτη

και μην ξεχάσεις το ραντεβού μας στο σούρουπο



Θαλερός


Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Με πορφύρωσαν



Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα




Θεοδοσία Μαρινούδη

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»



"Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό) «μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια» «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).


Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.


Σταύρος Βαβούρης

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Μην ξεχνάς...



Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.


Έκτωρ Κακναβάτος