Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Το δωρικόν τού χαρακτήρος

Γεννησιμιού μου από πέτρα και θάλασσα
γδέρνοντας το ξυπόλυτo δέρμα σε πυργόσπιτα και καλντερίμια
παίζοντας με τα βράχια πάνω σε αλαφιασμένα κύματα
κυνηγώντας την άκρη των κεραυνών με την ταχύτητα του δυνατού μου γέλιου
φιλώντας μεθυσμένη το σκληρό χώμα και χορεύοντας με τα λικνιστά φύκια
κραυγάζοντας ισοκράτες και μοιρολόγια πάνω από κολυμπήθρες και τάφους
κρεμασμένη από τους σταλακτίτες των ανεξερεύνητων σπηλαίων
με μάτια κλειστά νιώθω τον Σιρόκο κι ανιχνεύω την καταγωγή της ερήμου του
παλεύω με τους εφιάλτες γερμένη πάνω σε αρχαία ξυλόγλυπτα
μπερδεύω τη μιλιά μέσα στην οξειδωμένη γλώσσα των συντακτικών

φερμένη σε κατάφορτα μποστάνια και καπνισμένους κάμπους
με τις πατημασιές ριγμένες πάνω στο μαλακό και λασπωμένο χώμα
με μια απορημένη ακινησία στο απαλό θρόισμα του σιταριού
με τα μεγάλα πυκνόφυλλα δέντρα να κρύβουν τα παιχνίδια των αστραπών
ξαπλωμένη στο δροσερό χορτάρι ποθώντας την αγκαλιά του μονόλιθου
μουρμουρίζοντας τις μελωδίες των μελισσών στο απάνεμο των μαλλιών
ισορροπώντας στους σταλαγμίτες των παλαιολιθικών δασών
αντικρίζω τον ουρανό πάνω από τα σύννεφα βαθιά μέσα στα μάτια
παραμιλώντας σαν πεφταστέρι μέσα σε μελαγχολικό ονειροπόλημα
ακατάληπτες λέξεις από τους βρυχηθμούς μέχρι τους πυκνωτές των νοημάτων

κυκλωμένη από το λερό τσιμέντο και την τρύπια άσφαλτο και τις ασυνάρτητες κεραίες
με τα πόδια πληγωμένα από σπασμένα γυαλιά και αιχμηρά σκουπίδια
με το βλέμμα δακρυσμένο να εξατμίζεται πάνω από τις μονωμένες ταράτσες
εναγώνια ιχνηλατώντας τις συνήθειες των αστικών καταιγίδων
ανυψωμένη για να ανασαίνω τη ζωή των λίγων και μοναχικών δέντρων
αρνούμενη μια αντίστιξη πάνω στις χυδαίες μελωδίες των πλαστικών προγραμμάτων
μετεωρίζομαι στους πολυδαίδαλους υπονόμους και τα βρώμικα αντλιοστάσια
με την πλάτη στον ουρανό από συστολή για τη βλαστήμια του κόσμου
κλειδωμένη σε έναν σιωπηλό ύπνο κομμάτι θανάτου εξορισμένου ονειροκρίτη
συλλαβίζοντας τις συμβάσεις σα να ξερνάω βρισιές στον ανακριτή μου

να δώσω σχήμα στην πέτρα και τη θάλασσά μου
γδέρνοντας το ξυπόλυτο δέρμα στους σχιστόλιθους των αγαπημένων χειρονομιών
παίζοντας με τα ορυκτά των βλεμμάτων και τους αστερίες των ακροδαχτύλων
κυνηγώντας τη βροχή από σταγόνα σε σταγόνα της πιο βαθιάς συγκίνησης
γλυκά ζαλισμένη με λόγια που δραπέτευσαν από μοναχικό παγκάκι στην άκρη της πόλης
τραγουδώντας τους δυνατά αναστατώνοντας τις μεγάλες λεωφόρους του τίποτα
ραντίζοντας με βαθυκόκκινο κρασί το στόμα της μεγάλης μου σπηλιάς
χαϊδεύοντας τον αιφνίδιο άνεμο που χτυπάει τα πρόσωπα σε κάθε στροφή της διαδρομής
από το ξύπνο στον ύπνο κι από την ακροβασία στην υπνοβασία του καθεμέρα
δίνω σχήμα στις λέξεις μου για να σε συναντήσω και πέτρες στα χέρια μου για να μη σε πάρουν

από μένα


Δεν υπάρχουν σχόλια: