Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Με πορφύρωσαν



Και είχαν πένθος σκοτεινό
δυσανάλογο.
Ήταν χιλιόμετρα λινού υφάσματος
που βάζαν όρια
καρφιά
μετά τ΄ αφήναν.

Και ρίχναν άγκυρες
Νερά που ζεματούσαν.

Της αγάπης τα αίματα




Θεοδοσία Μαρινούδη

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»



"Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος: έρχομαι.
«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό) «μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια» «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).


Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.


Σταύρος Βαβούρης

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Μην ξεχνάς...



Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ‘παιξα όλα μου
πες για το τίποτα, στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να ιδώ που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαε τα ίσα πάνου
μόνο σαν ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.


Έκτωρ Κακναβάτος

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Δαπανήθηκα

Δαπανήθηκα στις λόχμες
μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά
έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.
Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου
και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια
μίσους ήχους στον αγέρα
λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο
ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους
και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού
στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο
στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.
Τραλαριαλό τουλίτ λο.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι – κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι- κομματάκι.

Γιώργος Μακρής


*Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε το 1923 και αυτοκτόνησε το 1968. Υπήρξε εξέχουσα μποέμ φιγούρα των πνευματικών αναζητήσεων των δεκαετιών ΄60 και ΄70. Ο Γιώργος Μακρής εκφράστηκε με όλα τα είδη του λόγου, αλλά όσο ήταν εν ζωή δεν δημοσίευσε τίποτε από το δικό του πρωτογενές έργο. Υπήρξε αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού « πάλι». Στο ίδιο περιοδικό βρίσκουμε μια μετάφρασή του της « Ηλιόπετρας » του Οκτάβιο Πάζ, αλλά και άλλες μεταφράσεις. Επίσης γνωστή και άξαφνη είναι η προκήρυξή του για την ανατίναξη των αρχαίων μνημείων με πρώτο την Ακρόπολη

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ποιητική συνταγή

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα


τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι, 


δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες


πέντ' έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα


κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.


Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα


λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.


Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια

αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες

δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες

μία νυχτερίδα, μία χελώνα
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα

βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση

και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.


Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια

έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα...

Σε μια θεόχτιστη ρίξ' τα παδέλα


ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,

βρυσούλας γέννημα... ή και απ' αυλάκι.


Πέσε τ' ανάσκελα και πίθωσέ τα

στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.


Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,

καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.


Άσ' την παδέλα να πάρη βράση, 

μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.


Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,

και είναι έτοιμο μ' επιτυχία


γιαχνί αθάνατο, ποιητικό...

Κένωσ' το, κένωσ' το ζεστό ζεστό


σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο...

και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλήθεια;


Ένας άνθρωπος περπατάει μαζί με τον διάβολο και βλέπει κάποιον άλλο να μαζεύει κάτι από τον δρόμο. Ρωτάει λοιπόν τον διάβολο «Τι μάζεψε αυτός από κάτω;». Του απαντάει εκείνος: «Μια μικρή αλήθεια». Τον ξαναρωτά τότε «Δεν φοβάσαι;», και του απαντά ο διάβολος «Όχι, θα τον βάλω να την οργανώσει».


Κάτι από τα πεζά κείμενα του N. Kαρούζου

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Δάχτυλο

Πάνω στην εκκολαπτόμενη μέρα
της αϋπνίας, ο κόκορας και οι καμπάνες
κι ο ρόγχος του βουνού στεγνώνουν
τις πιτζάμες τους
Μικρά ζευγάρια μάτια χωμένα στο βουνό
αρνούνται να παραδοθούν, να μοιραστούν τον χώρο τους
να παίξουν
Ο ήλιος ανατέλλοντας εξαφανίζει την πόλη κάτω απ τις
ακτίνες του
Όλα μοιάζουν με ομιχλώδη, ακαθόριστη κατεβασιά

Σήμερα η σκέψη κινείται γύρω απ το δάχτυλο καθαυτό
η σκέψη είναι το δάχτυλο, είναι μέσα του
εφάπτεται στο ανάγλυφο δέρμα, ακολουθεί τα αποτυπώματα
εξαντλείται μετέωρη στην κορυφή του
Πόσες φορές το δάχτυλο στερήθηκε την υλική του υπόσταση
τους παλμούς, τη γεύση του, το τρέμουλό του
εξ αιτίας αυτού που έδειχνε;

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Φάρος

Αν θέλαμε να ρίξουμε μια βάρκα
στην στεριά και να την βάψουμε
κανελί και να την γδάρουμε
σαν γιαούρτι
θα παίρναμε μια σούμα
του αχταρμά μας
παράταιρη και ξεχαρβαλωμένη
θα την αφήναμε να βράσει
στις πράσινες όχθες των πάγων που λιώνουν
και κοχλάζοντας βρίσκουν την θάλασσα

Ύστερα θα πρεπε λίγο να σκεφτούμε γι αυτή τη βάρκα
τόσο ύστερα ώστε να μην υπάρχει εκείνη πια
ως τέτοια για να μπορέσουμε κατόπιν να την σκεφτούμε όντως
και να την πεθυμήσουμε..

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Παπούτσια στο χωλ

Το ασύλληπτο της υπόθεσης
είναι πως τα ερωτήματα θα τεθούν κάποτε.
Όχι από οθόνες. Αλλά από αληθινά στόματα και χέρια.
Εκστατικά κι αδιαμεσολάβητα. Τσεκουράτα.

Φερ' ειπείν,
"πόσα tweets έκανες όταν σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"γιατί επέμενες να διαβάζεις και να πιστεύεις
και να αναπαράγεις ψέματα αφού ήξερες ότι είναι ψέματα
κι ενώ σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"πόσα ιδεολογικά παραμύθια εκσφενδόνισες
για να κρύψεις την πραγματική ανεπάρκεια
και την τεμπελιά;"
ή
"γιατί κατάντησες την τεμπελιά -κι άλλα πολλά-
βρισιά;"
ή
"πόσες φορές "έκανες το καθήκον σου"
μετρώντας τα λεπτά για να τελειώσει η περαίωσή του;"
ή
"γιατί δεν έκανες ακριβώς αυτό που ήθελες
γράφοντας στα παλιά σου τα παπούτσια τις νέες νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς που απλά αντικατέστησαν τις παλιές νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς;"
ή
"γιατί δεν κάθισες απλά σ' ένα παγκάκι το βράδυ
για να σκεφτείς, για να μη σκεφτείς, για να παρατηρήσεις;"
ή
"γιατί δεν παρατήρησες ποτέ; δεν διάβασες ποτέ; δεν έγραψες ποτέ;
δεν ζωγράφισες ποτέ; δεν έπαιξες ποτέ μουσική;δεν χόρεψες ποτέ;"
ή
"ΠΟΣΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΕΙΧΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΣΟΥ
όταν σφάδαζε ξυπόλητος ο κόσμος;"

Το ασύλληπτο της υπόθεσης είναι
πως τα ερωτήματα που θα τεθούν
είναι πια αμέτρητα.

Και τώρα, θα κόψω περήφανα
ένα κορόμηλο από το διπλανό σπίτι.
Θα σου το αφιερώσω γλάρος
με σκυμμένο κεφάλι κι έτοιμο φτερό.

Ρωτάω:
Τον ακούς τον Γκιώνη
να ρωτάει;...


Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

της επιστροφής

Θα καταθέσεις
θα σβήσεις
θα πεις
"δεν ήταν δικά μου"
κι αυτά τα "μη δικά σου"
έγιναν κτήματα άλλων
και σε άλωσαν.

Απλά, δωρικά, λιτά.

"Αληθινά!"
πετάγεται μια φωνή.

Όχι άλλο delete.

Και θα πεις:

Επανήλθα!

Θα συνεχίσεις όμως αναπόφευκτα
να είσαι
"έξυπνο παιδάκι που διαβάζει Καρυωτάκη"
που αρνείται πεισματικά να προφέρει
τη λέξη γκόμενα.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Το δωρικόν τού χαρακτήρος

Γεννησιμιού μου από πέτρα και θάλασσα
γδέρνοντας το ξυπόλυτo δέρμα σε πυργόσπιτα και καλντερίμια
παίζοντας με τα βράχια πάνω σε αλαφιασμένα κύματα
κυνηγώντας την άκρη των κεραυνών με την ταχύτητα του δυνατού μου γέλιου
φιλώντας μεθυσμένη το σκληρό χώμα και χορεύοντας με τα λικνιστά φύκια
κραυγάζοντας ισοκράτες και μοιρολόγια πάνω από κολυμπήθρες και τάφους
κρεμασμένη από τους σταλακτίτες των ανεξερεύνητων σπηλαίων
με μάτια κλειστά νιώθω τον Σιρόκο κι ανιχνεύω την καταγωγή της ερήμου του
παλεύω με τους εφιάλτες γερμένη πάνω σε αρχαία ξυλόγλυπτα
μπερδεύω τη μιλιά μέσα στην οξειδωμένη γλώσσα των συντακτικών

φερμένη σε κατάφορτα μποστάνια και καπνισμένους κάμπους
με τις πατημασιές ριγμένες πάνω στο μαλακό και λασπωμένο χώμα
με μια απορημένη ακινησία στο απαλό θρόισμα του σιταριού
με τα μεγάλα πυκνόφυλλα δέντρα να κρύβουν τα παιχνίδια των αστραπών
ξαπλωμένη στο δροσερό χορτάρι ποθώντας την αγκαλιά του μονόλιθου
μουρμουρίζοντας τις μελωδίες των μελισσών στο απάνεμο των μαλλιών
ισορροπώντας στους σταλαγμίτες των παλαιολιθικών δασών
αντικρίζω τον ουρανό πάνω από τα σύννεφα βαθιά μέσα στα μάτια
παραμιλώντας σαν πεφταστέρι μέσα σε μελαγχολικό ονειροπόλημα
ακατάληπτες λέξεις από τους βρυχηθμούς μέχρι τους πυκνωτές των νοημάτων

κυκλωμένη από το λερό τσιμέντο και την τρύπια άσφαλτο και τις ασυνάρτητες κεραίες
με τα πόδια πληγωμένα από σπασμένα γυαλιά και αιχμηρά σκουπίδια
με το βλέμμα δακρυσμένο να εξατμίζεται πάνω από τις μονωμένες ταράτσες
εναγώνια ιχνηλατώντας τις συνήθειες των αστικών καταιγίδων
ανυψωμένη για να ανασαίνω τη ζωή των λίγων και μοναχικών δέντρων
αρνούμενη μια αντίστιξη πάνω στις χυδαίες μελωδίες των πλαστικών προγραμμάτων
μετεωρίζομαι στους πολυδαίδαλους υπονόμους και τα βρώμικα αντλιοστάσια
με την πλάτη στον ουρανό από συστολή για τη βλαστήμια του κόσμου
κλειδωμένη σε έναν σιωπηλό ύπνο κομμάτι θανάτου εξορισμένου ονειροκρίτη
συλλαβίζοντας τις συμβάσεις σα να ξερνάω βρισιές στον ανακριτή μου

να δώσω σχήμα στην πέτρα και τη θάλασσά μου
γδέρνοντας το ξυπόλυτο δέρμα στους σχιστόλιθους των αγαπημένων χειρονομιών
παίζοντας με τα ορυκτά των βλεμμάτων και τους αστερίες των ακροδαχτύλων
κυνηγώντας τη βροχή από σταγόνα σε σταγόνα της πιο βαθιάς συγκίνησης
γλυκά ζαλισμένη με λόγια που δραπέτευσαν από μοναχικό παγκάκι στην άκρη της πόλης
τραγουδώντας τους δυνατά αναστατώνοντας τις μεγάλες λεωφόρους του τίποτα
ραντίζοντας με βαθυκόκκινο κρασί το στόμα της μεγάλης μου σπηλιάς
χαϊδεύοντας τον αιφνίδιο άνεμο που χτυπάει τα πρόσωπα σε κάθε στροφή της διαδρομής
από το ξύπνο στον ύπνο κι από την ακροβασία στην υπνοβασία του καθεμέρα
δίνω σχήμα στις λέξεις μου για να σε συναντήσω και πέτρες στα χέρια μου για να μη σε πάρουν

από μένα


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Ψέματα;

Είπε:
Αυτός είναι ο τρόπος μου.
Ο τρόπος μου.
Δεν ξέρω κάτι άλλο και ποτέ
δεν ήξερα τίποτα
και τι να έκανα;
Αυτή ήταν και είναι η άμυνά μου.
Η ανοησία της γραφής.
ΓΡάφω
ΓΡΑΦω
ΓΡΑΦΩ.
Ξυπνάω και κοιμάμαι
μ' αυτό που έλεγε  ο αγαπημένος ερυθρογράφος:
"Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα.
Μαύρη εκδίκηση.
Κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη".

Είπε πάλι:
"πόσο θα ήθελα να σε δω και να
καταργήσω ό,τι ξέρουμε.
Δεν χρειάζεται δα καμιά φοβερή επεξεργασία
αυτή η αλήθεια:
Κάνει κρύο ακόμα και την άνοιξη όταν
δεν μοιράζονται τα χείλη αυτό που ξέρει ο χειμώνας."

Είπε έπειτα:
"Μα καλά ρε μαλάκα
ψηφιακός στίχος;
Ούτε μισό μολύβι:"

Και απάντησε
μολύβι, 01010101, σήματα καπνού
έρωτας, θάνατος εξέγερση.

Είπε τελικά:
Πόε.
"δεν ήμουν ποτέ παιδί σαν όλα τ' άλλα"
και κοιμήθηκε.
Θα με ξεχάσεις;

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

της επανάληψης...


"Η ευτυχία δεν είναι τίποτα παραπάνω από καλή υγεία και κακή μνήμη."
"Γράψε μεθυσμένος, επεξεργάσου νηφάλιος."
Έρνεστ Χέμινγουει

Τόσος και τόσος κόσμος έχει πει
τόσα και τόσα για το Τίποτα
μην λέμε πάλι τα ίδια.
Και για ελπίδες και ματαιώσεις
και άλλα που επαναλαμβάνονται αέναα.

Αυτή η Κυριακή δεν θα μπορούσε να μην είναι συννεφιασμένη.
Δεν γαμιέται...
Ας ακούσουμε ένα κομμάτι από το 1998.


video

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

της αγρανάπαυσης...

-Ζούμε ιστορικές στιγμές.
-Ναι. Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε ό,τι καταλάβαμε.
-Πώς θα γίνει, αν απλά ξαπλώνουμε σ' αυτή τη ζεστή γωνιά;
-Είναι δική μας.
-Ζούμε ιστορικές στιγμές, έτσι δεν είναι;
-Θα περάσουμε δύσκολα και κάποια στιγμή θα καταγράψουμε.
-Μην το πεις ποτέ αυτό που σκέφτεσαι όσο και να μου άρεσε.
-Δεν θα το πω.
-Σήμερα σφάχτηκαν πάλι. Αίματα.
-Θες να χαμηλώσω τη φλόγα;
-Ο μικρός που σου έλεγα τις προάλλες κουτούλαγε στον τοίχο.
-Τι νιώθεις;
-Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου  που να μιλάνε τη γλώσσα μου.
-Θα επιστρέψεις;
-Θα έρθεις καμιά βόλτα από κει;
-Θυμάσαι εκείνο το πρωινό;
-Πες μου τι θέλεις τώρα.
-Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε. Θα καταγραφούμε. Προς το παρόν πάρε με μια αγκαλιά.
-Γιατί φοράς τις πιτζάμες μου;
-Για να σε μυρίζω.

της ανάγνωσης...

Αυτό το μούτρο
Περιγράφει ό,τι καλύτερο έχω δει
Τη στιγμή που ξυπνάω.
Με καθιστά ζωντανό. Κι ατόφιο.
Πες τε μου λοιπόν κουτορνίθια
Τον τρόπο να το απαρνηθώ.
Πείτε μου πώς γίνεται.
Αυτό το μούτρο κουβαλάει
Τα υπόγεια νερά της ανύπαρκτης
Χώρας μου .
Έχει ζήσει την καταστολή,
Την απόλυτη καταστολή, μ’ ακούτε;
Μικρός, κυρτός, αυτό που είμαι
Τέλος πάντων
Προσκύνησα το μούτρο που περιγράφω.
Πάντα
Ως
Εργάτης.
Και βόγκηξα

Και έμαθα πολλά.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Αυτογνωσία


είσαι θεός πεντάρφανος από την προσευχή μου
μια θάλασσα μαβιά που δεν φτάνει το σκαρί μου
είσαι ένας φράχτης που αλυχτά να καρφωθεί στη γη μου
τσαλακωμένος ουρανός που λερώνει την αυγή μου

είσαι στρατιά που δεν θα βρει ποτέ τα σύνορά μου
μεταλλαγμένα όνειρα μακριά απ' τη σπορά μου
είσ' επιστήμη ανήμπορη για την εξίσωσή μου
μάζα ψυχρή μικρόψυχη για την περίπτωσή μου

είμαι κουρέλι αβράκωτου με δάκρυα νοτισμένο
ένα ποίημα του Ρεμπώ σε καράβι μεθυσμένο
είμαι το βλέμμα του Μπαμπέφ πριν πέσει η γκιλοτίνα
και το μαχαίρι του Μπλανκί που κάρφωσε την πείνα

είμαι το χέρι του Σαλή που φιλεύει τους παρίες
Δεκέμβρης αλλοπρόσαλλος για τις αστυνομίες
Ντολτσίνο με φωνάζουνε οι εκκλησιές του κόσμου
καίω τις αυταπάτες μου μ' ένα κλαδάκι δυόσμου

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Με θυμάσαι;

με θυμάσαι με ξεχνάς με σέρνεις στα όνειρά σου με ρωτάς
με αγκαλιάζεις και με φτύνεις γελώντας με ποδοπατάς


κι εγώ αμίλητος ματώνω
σα βαλίτσα στο ταξίδι
μιας ζωής που δε χωρώ


με χτυπάς με ξεφτιλίζεις με φιλάς και με ραντίζεις μ' αγιασμό
με παγώνεις και με καις με κλωτσάς σαν πετραδάκι στο γκρεμό


κι εγώ ανάπηρος σαπίζω
ξεχασμένος σε μια στάση
μιας λάθος διαδρομής