Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Φάρος

Αν θέλαμε να ρίξουμε μια βάρκα
στην στεριά και να την βάψουμε
κανελί και να την γδάρουμε
σαν γιαούρτι
θα παίρναμε μια σούμα
του αχταρμά μας
παράταιρη και ξεχαρβαλωμένη
θα την αφήναμε να βράσει
στις πράσινες όχθες των πάγων που λιώνουν
και κοχλάζοντας βρίσκουν την θάλασσα

Ύστερα θα πρεπε λίγο να σκεφτούμε γι αυτή τη βάρκα
τόσο ύστερα ώστε να μην υπάρχει εκείνη πια
ως τέτοια για να μπορέσουμε κατόπιν να την σκεφτούμε όντως
και να την πεθυμήσουμε..

Δευτέρα, 8 Μαΐου 2017

Παπούτσια στο χωλ

Το ασύλληπτο της υπόθεσης
είναι πως τα ερωτήματα θα τεθούν κάποτε.
Όχι από οθόνες. Αλλά από αληθινά στόματα και χέρια.
Εκστατικά κι αδιαμεσολάβητα. Τσεκουράτα.

Φερ' ειπείν,
"πόσα tweets έκανες όταν σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"γιατί επέμενες να διαβάζεις και να πιστεύεις
και να αναπαράγεις ψέματα αφού ήξερες ότι είναι ψέματα
κι ενώ σφάδαζε ο κόσμος;"
ή
"πόσα ιδεολογικά παραμύθια εκσφενδόνισες
για να κρύψεις την πραγματική ανεπάρκεια
και την τεμπελιά;"
ή
"γιατί κατάντησες την τεμπελιά -κι άλλα πολλά-
βρισιά;"
ή
"πόσες φορές "έκανες το καθήκον σου"
μετρώντας τα λεπτά για να τελειώσει η περαίωσή του;"
ή
"γιατί δεν έκανες ακριβώς αυτό που ήθελες
γράφοντας στα παλιά σου τα παπούτσια τις νέες νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς που απλά αντικατέστησαν τις παλιές νόρμες
και κώδικες συμπεριφοράς;"
ή
"γιατί δεν κάθισες απλά σ' ένα παγκάκι το βράδυ
για να σκεφτείς, για να μη σκεφτείς, για να παρατηρήσεις;"
ή
"γιατί δεν παρατήρησες ποτέ; δεν διάβασες ποτέ; δεν έγραψες ποτέ;
δεν ζωγράφισες ποτέ; δεν έπαιξες ποτέ μουσική;δεν χόρεψες ποτέ;"
ή
"ΠΟΣΑ ΖΕΥΓΑΡΙΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΕΙΧΕΣ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΣΟΥ
όταν σφάδαζε ξυπόλητος ο κόσμος;"

Το ασύλληπτο της υπόθεσης είναι
πως τα ερωτήματα που θα τεθούν
είναι πια αμέτρητα.

Και τώρα, θα κόψω περήφανα
ένα κορόμηλο από το διπλανό σπίτι.
Θα σου το αφιερώσω γλάρος
με σκυμμένο κεφάλι κι έτοιμο φτερό.

Ρωτάω:
Τον ακούς τον Γκιώνη
να ρωτάει;...


Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

της επιστροφής

Θα καταθέσεις
θα σβήσεις
θα πεις
"δεν ήταν δικά μου"
κι αυτά τα "μη δικά σου"
έγιναν κτήματα άλλων
και σε άλωσαν.

Απλά, δωρικά, λιτά.

"Αληθινά!"
πετάγεται μια φωνή.

Όχι άλλο delete.

Και θα πεις:

Επανήλθα!

Θα συνεχίσεις όμως αναπόφευκτα
να είσαι
"έξυπνο παιδάκι που διαβάζει Καρυωτάκη"
που αρνείται πεισματικά να προφέρει
τη λέξη γκόμενα.

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Το δωρικόν τού χαρακτήρος

Γεννησιμιού μου από πέτρα και θάλασσα
γδέρνοντας το ξυπόλυτo δέρμα σε πυργόσπιτα και καλντερίμια
παίζοντας με τα βράχια πάνω σε αλαφιασμένα κύματα
κυνηγώντας την άκρη των κεραυνών με την ταχύτητα του δυνατού μου γέλιου
φιλώντας μεθυσμένη το σκληρό χώμα και χορεύοντας με τα λικνιστά φύκια
κραυγάζοντας ισοκράτες και μοιρολόγια πάνω από κολυμπήθρες και τάφους
κρεμασμένη από τους σταλακτίτες των ανεξερεύνητων σπηλαίων
με μάτια κλειστά νιώθω τον Σιρόκο κι ανιχνεύω την καταγωγή της ερήμου του
παλεύω με τους εφιάλτες γερμένη πάνω σε αρχαία ξυλόγλυπτα
μπερδεύω τη μιλιά μέσα στην οξειδωμένη γλώσσα των συντακτικών

φερμένη σε κατάφορτα μποστάνια και καπνισμένους κάμπους
με τις πατημασιές ριγμένες πάνω στο μαλακό και λασπωμένο χώμα
με μια απορημένη ακινησία στο απαλό θρόισμα του σιταριού
με τα μεγάλα πυκνόφυλλα δέντρα να κρύβουν τα παιχνίδια των αστραπών
ξαπλωμένη στο δροσερό χορτάρι ποθώντας την αγκαλιά του μονόλιθου
μουρμουρίζοντας τις μελωδίες των μελισσών στο απάνεμο των μαλλιών
ισορροπώντας στους σταλαγμίτες των παλαιολιθικών δασών
αντικρίζω τον ουρανό πάνω από τα σύννεφα βαθιά μέσα στα μάτια
παραμιλώντας σαν πεφταστέρι μέσα σε μελαγχολικό ονειροπόλημα
ακατάληπτες λέξεις από τους βρυχηθμούς μέχρι τους πυκνωτές των νοημάτων

κυκλωμένη από το λερό τσιμέντο και την τρύπια άσφαλτο και τις ασυνάρτητες κεραίες
με τα πόδια πληγωμένα από σπασμένα γυαλιά και αιχμηρά σκουπίδια
με το βλέμμα δακρυσμένο να εξατμίζεται πάνω από τις μονωμένες ταράτσες
εναγώνια ιχνηλατώντας τις συνήθειες των αστικών καταιγίδων
ανυψωμένη για να ανασαίνω τη ζωή των λίγων και μοναχικών δέντρων
αρνούμενη μια αντίστιξη πάνω στις χυδαίες μελωδίες των πλαστικών προγραμμάτων
μετεωρίζομαι στους πολυδαίδαλους υπονόμους και τα βρώμικα αντλιοστάσια
με την πλάτη στον ουρανό από συστολή για τη βλαστήμια του κόσμου
κλειδωμένη σε έναν σιωπηλό ύπνο κομμάτι θανάτου εξορισμένου ονειροκρίτη
συλλαβίζοντας τις συμβάσεις σα να ξερνάω βρισιές στον ανακριτή μου

να δώσω σχήμα στην πέτρα και τη θάλασσά μου
γδέρνοντας το ξυπόλυτο δέρμα στους σχιστόλιθους των αγαπημένων χειρονομιών
παίζοντας με τα ορυκτά των βλεμμάτων και τους αστερίες των ακροδαχτύλων
κυνηγώντας τη βροχή από σταγόνα σε σταγόνα της πιο βαθιάς συγκίνησης
γλυκά ζαλισμένη με λόγια που δραπέτευσαν από μοναχικό παγκάκι στην άκρη της πόλης
τραγουδώντας τους δυνατά αναστατώνοντας τις μεγάλες λεωφόρους του τίποτα
ραντίζοντας με βαθυκόκκινο κρασί το στόμα της μεγάλης μου σπηλιάς
χαϊδεύοντας τον αιφνίδιο άνεμο που χτυπάει τα πρόσωπα σε κάθε στροφή της διαδρομής
από το ξύπνο στον ύπνο κι από την ακροβασία στην υπνοβασία του καθεμέρα
δίνω σχήμα στις λέξεις μου για να σε συναντήσω και πέτρες στα χέρια μου για να μη σε πάρουν

από μένα


Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Ψέματα;

Είπε:
Αυτός είναι ο τρόπος μου.
Ο τρόπος μου.
Δεν ξέρω κάτι άλλο και ποτέ
δεν ήξερα τίποτα
και τι να έκανα;
Αυτή ήταν και είναι η άμυνά μου.
Η ανοησία της γραφής.
ΓΡάφω
ΓΡΑΦω
ΓΡΑΦΩ.
Ξυπνάω και κοιμάμαι
μ' αυτό που έλεγε  ο αγαπημένος ερυθρογράφος:
"Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα.
Μαύρη εκδίκηση.
Κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη".

Είπε πάλι:
"πόσο θα ήθελα να σε δω και να
καταργήσω ό,τι ξέρουμε.
Δεν χρειάζεται δα καμιά φοβερή επεξεργασία
αυτή η αλήθεια:
Κάνει κρύο ακόμα και την άνοιξη όταν
δεν μοιράζονται τα χείλη αυτό που ξέρει ο χειμώνας."

Είπε έπειτα:
"Μα καλά ρε μαλάκα
ψηφιακός στίχος;
Ούτε μισό μολύβι:"

Και απάντησε
μολύβι, 01010101, σήματα καπνού
έρωτας, θάνατος εξέγερση.

Είπε τελικά:
Πόε.
"δεν ήμουν ποτέ παιδί σαν όλα τ' άλλα"
και κοιμήθηκε.
Θα με ξεχάσεις;

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

της επανάληψης...


"Η ευτυχία δεν είναι τίποτα παραπάνω από καλή υγεία και κακή μνήμη."
"Γράψε μεθυσμένος, επεξεργάσου νηφάλιος."
Έρνεστ Χέμινγουει

Τόσος και τόσος κόσμος έχει πει
τόσα και τόσα για το Τίποτα
μην λέμε πάλι τα ίδια.
Και για ελπίδες και ματαιώσεις
και άλλα που επαναλαμβάνονται αέναα.

Αυτή η Κυριακή δεν θα μπορούσε να μην είναι συννεφιασμένη.
Δεν γαμιέται...
Ας ακούσουμε ένα κομμάτι από το 1998.


video

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

της αγρανάπαυσης...

-Ζούμε ιστορικές στιγμές.
-Ναι. Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε ό,τι καταλάβαμε.
-Πώς θα γίνει, αν απλά ξαπλώνουμε σ' αυτή τη ζεστή γωνιά;
-Είναι δική μας.
-Ζούμε ιστορικές στιγμές, έτσι δεν είναι;
-Θα περάσουμε δύσκολα και κάποια στιγμή θα καταγράψουμε.
-Μην το πεις ποτέ αυτό που σκέφτεσαι όσο και να μου άρεσε.
-Δεν θα το πω.
-Σήμερα σφάχτηκαν πάλι. Αίματα.
-Θες να χαμηλώσω τη φλόγα;
-Ο μικρός που σου έλεγα τις προάλλες κουτούλαγε στον τοίχο.
-Τι νιώθεις;
-Θέλω να φύγω. Να πάω κάπου  που να μιλάνε τη γλώσσα μου.
-Θα επιστρέψεις;
-Θα έρθεις καμιά βόλτα από κει;
-Θυμάσαι εκείνο το πρωινό;
-Πες μου τι θέλεις τώρα.
-Κάποια στιγμή θα καταγράψουμε. Θα καταγραφούμε. Προς το παρόν πάρε με μια αγκαλιά.
-Γιατί φοράς τις πιτζάμες μου;
-Για να σε μυρίζω.

της ανάγνωσης...

Αυτό το μούτρο
Περιγράφει ό,τι καλύτερο έχω δει
Τη στιγμή που ξυπνάω.
Με καθιστά ζωντανό. Κι ατόφιο.
Πες τε μου λοιπόν κουτορνίθια
Τον τρόπο να το απαρνηθώ.
Πείτε μου πώς γίνεται.
Αυτό το μούτρο κουβαλάει
Τα υπόγεια νερά της ανύπαρκτης
Χώρας μου .
Έχει ζήσει την καταστολή,
Την απόλυτη καταστολή, μ’ ακούτε;
Μικρός, κυρτός, αυτό που είμαι
Τέλος πάντων
Προσκύνησα το μούτρο που περιγράφω.
Πάντα
Ως
Εργάτης.
Και βόγκηξα

Και έμαθα πολλά.

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Αυτογνωσία


είσαι θεός πεντάρφανος από την προσευχή μου
μια θάλασσα μαβιά που δεν φτάνει το σκαρί μου
είσαι ένας φράχτης που αλυχτά να καρφωθεί στη γη μου
τσαλακωμένος ουρανός που λερώνει την αυγή μου

είσαι στρατιά που δεν θα βρει ποτέ τα σύνορά μου
μεταλλαγμένα όνειρα μακριά απ' τη σπορά μου
είσ' επιστήμη ανήμπορη για την εξίσωσή μου
μάζα ψυχρή μικρόψυχη για την περίπτωσή μου

είμαι κουρέλι αβράκωτου με δάκρυα νοτισμένο
ένα ποίημα του Ρεμπώ σε καράβι μεθυσμένο
είμαι το βλέμμα του Μπαμπέφ πριν πέσει η γκιλοτίνα
και το μαχαίρι του Μπλανκί που κάρφωσε την πείνα

είμαι το χέρι του Σαλή που φιλεύει τους παρίες
Δεκέμβρης αλλοπρόσαλλος για τις αστυνομίες
Ντολτσίνο με φωνάζουνε οι εκκλησιές του κόσμου
καίω τις αυταπάτες μου μ' ένα κλαδάκι δυόσμου

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2017

Με θυμάσαι;

με θυμάσαι με ξεχνάς με σέρνεις στα όνειρά σου με ρωτάς
με αγκαλιάζεις και με φτύνεις γελώντας με ποδοπατάς


κι εγώ αμίλητος ματώνω
σα βαλίτσα στο ταξίδι
μιας ζωής που δε χωρώ


με χτυπάς με ξεφτιλίζεις με φιλάς και με ραντίζεις μ' αγιασμό
με παγώνεις και με καις με κλωτσάς σαν πετραδάκι στο γκρεμό


κι εγώ ανάπηρος σαπίζω
ξεχασμένος σε μια στάση
μιας λάθος διαδρομής