Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2007

1/1 χρονιά

Άνεργοι λεν τα κάλαντα.
Ορφανά παιδιά φέρουν μηνύματα.
Τα σώματα ασφαλείας, οδοκαθαριστές.
Διακοσμητικά είναι τα δέντρα
σάβανος είναι και ο αέρας.
Δωσίλογοι, στις άκρες των γραμμών
χαφιέδες, και στις άκρες των στενών.
Εντολοδόχα φερέφωνα, παζαρεύουν λογισμούς.
Αγύρτες, φαλκιδεύουν κεκτημένα.
Περίπολα κοράκια, σαρώνουνε στη πόλη.
Υπόνομες είναι οι ζωές
των τρωκτικών κι αστέγων.
Κι εδώ
άσκοπα κι ανόητα
τουφέκια πανηγυριώτικα, ηχούνε.
Κι αυτό
το νέο έτος.
ΑΛΡΩ

Προσχέδιο δοκιμίου πολιτικῆς ἀγωγῆς


Οἱ τσαγκαράδες νὰ φτιάσουν ὅπως πάντα γερὰ παπούτσια
Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ συμμορφώνονται μὲ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου
Οἱ τροχονόμοι νὰ σημειώνουν μὲ σχολαστικότητα τὶς παραβάσεις
Οἱ ἐφοπλιστὲς νὰ καθελκύουν διαρκῶς νέα σκάφη
Οἱ καταστηματάρχες ν᾿ ἀνοίγουν καὶ νὰ κλείνουν σύμφωνα μὲ τὸ ἑκάστοτε ὡράριο
Οἱ ἐργάτες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν ἄνοδο τοῦ ἐπιπέδου παραγωγῆς
Οἱ ἀγρότες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν κάθοδο τοῦ ἐπιπέδου καταναλώσεως
Οἱ φοιτητὲς νὰ μιμοῦνται τοὺς δασκάλους τους καὶ νὰ μὴν πολιτικολογοῦν
Οἱ ποδοσφαιριστὲς νὰ μὴ δωροδοκοῦνται πέραν ἑνὸς λογικοῦ ὁρίου
Οἱ δικαστὲς νὰ κρίνουν κατὰ συνείδησιν καὶ ἐκτάκτως μόνον, κατ᾿ ἐπιταγὴν
Ὁ τύπος νὰ μὴ γράφει ὅ,τι πιθανὸν νὰ ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίαν τοὺς φορτοεκφορτωτάς
Οἱ ποιητὲς ὅπως πάντα νὰ γράφουν ὡραῖα ποιήματα.


Σημ.: Πρόκειται περὶ προσχεδίου, ὡς ὁ τίτλος, καὶ προσφέρεται εἰς ἐλευθέραν δημοσίαν συζήτησιν. Μετὰ τὰς ἀκουσθησομένας ἀπόψεις θὰ γίνει τελικὴ ἐπεξεργασία ὑπὸ ὁμάδος ἐγκρίτων Ποιητῶν καὶ θὰ παραδοθεῖ εἰς τὸ κοινὸ πρὸς γνῶσιν καὶ ἀναμόρφωσιν.

Μ. Αναγνωστάκης

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2007

297 μέρες μετά


Βρέθηκα στην πλατεία Συντάγματος χθες,
297 μέρες μετά.
Είναι μέρες που δυσκολεύεσαι να διακρίνεις τα πλακόστρωτα πάνω στα οποία αμέριμνος περπατάς. Είναι μέρες που χιλιάδες βήματα ανθρώπων συναντιόνται μέσα στους λαμπερούς δρόμους των εμπόρων. Είναι μέρες που χιλιάδες βλέμματα ανθρώπων διασταυρώνονται απέναντι στα στημένα εορταστικά θεάματα.
297 μέρες μετά,
χαρά, ευτυχία, προσήλωση, θαυμασμός, λάμψη, χρώματα, φως κι άλλο φως.
Ζεστές αγκαλιές και σφιγμένα χέρια, μια διάχυτη θαλπωρή παντού.
Σαν κάτι να λείπει έντονα και σταθερά από την καθημερινότητα των ανθρώπων και να το διεκδικούν ή να θέλουν να το μεγιστοποιήσουν τις ημέρες ετούτες.
297 μέρες μετά,
μια μικρή μάχη διεξάγεται παραδίπλα, εκεί στην περιφέρεια της καθημερινής αυτής γιορτής, δεκάδες πλανόδιοι μετανάστες επιχειρούν να απλώσουν την πραμάτεια τους και δεκάδες ένστολοι τους κυνηγούν στα σοκάκια για να μην διαταραχθεί ούτε στο ελάχιστο η ροή κι η μετάδοση της νόμιμης καπιταλιστικής ευτυχίας.
297 μέρες μετά,
μία άλλη μεγαλύτερη μάχη εξελίσσεται στην αντίθετη πλευρά, στον πυρήνα της καθημερινής εορταστικής φιέστας, εκεί στα υψηλότερα σκαλοπάτια της πλατείας, εκεί όπου μπορεί ο καθένας να διεκδικήσει μία αναμνηστική φωτογραφία, εκεί όπου μπορεί να αποτυπώσει ψηφιακά τις ολιγόωρες αναμνήσεις μίας άλλης ζωής.
297 μέρες μετά,
εκεί, στους ίδιους δρόμους, στα ίδια πεζοδρόμια, στα ίδια πλακόστρωτα, στην ίδια πλατεία, στα ίδια ανάκτορα της Δημοκρατίας, στα ίδια φυλάκια, στον ίδιο άγνωστο στρατιώτη.
297 μέρες μετά,
όλα τριγύρω μεταμφιέζονται,
συνθήματα ενάντια στους νόμους και την τάξη, θόρυβος, δακρυγόνα, κρότοι, πέτρες, φωτιές, σημαίες, αντισφυξιογόνες μάσκες, πανό, φωνές, «όλοι μαζί», «αλυσίδες», «δεν σπάμε», «όχι από εδώ», «προσέχετε τις διμοιρίες», «έρχονται από πίσω», «προχωράμε», «φέρτε κι άλλες πέτρες»… Τα γκλομπ θρασύδειλα εφορμούν στο πλήθος, συλλαμβάνουν, σέρνουν, ξυλοκοπούν. Γνωστοί και άγνωστοι, απλώνουν τα χέρια στην ομίχλη, μήπως και κατορθώσουν να σταθούν πιο δυνατοί απέναντι στο κακό. Οδοφράγματα, μέτωπα και συγκρούσεις παντού…
297 μέρες μετά,
εκπλήσσεσαι από τη δυνατότητα αυτής της μητρόπολης να ρουφάει τα πάντα.
Κι εκεί που μοιραία καταφεύγεις για να μην σε ρουφήξει κι εσένα αυτός ο πολιτισμός, είναι στις σχέσεις, αυτές τις προσωπικές και πολιτικές σχέσεις που πρέπει να φροντίζουμε διαρκώς.
300 μέρες μετά,
αλλάζει ο χρόνος, ποτέ του όμως δε θα διαγραφεί.

Τις επαναστατικές μου ευχές σε όλες τις ποιητάριες και σε όλους τους ποιητάριους του κόσμου.


Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2007

Πονάμε πάντα

"Αλίμονο, η βαρύτερη τιμωρία είναι να μην μπορείς να βρεις τα λόγια
για όσα πράγματα θα ήθελες να πεις."

Τ. Πατρίκιος


"Δεν θέλω να γυρίσω να μη δω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν."

Κ. Π. Καβάφης


"Κανένα διάστημα δεν μας αλλάζει
κανένας άνεμος δεν μας χωρίζει"

Κ. Κύρου

Ήταν νύχτα.
Απεγνωσμένη ανάγκη να ορίσω την αυπνία μου.
Απεγνωσμένη ανάγκη να μιλήσω.
Απεγνωσμένη συνήθεια να κλέβω λόγια.
Αγαπημένη απελπισμένη συνήθεια...

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2007

Πάμε για πατσά;



"Ταξική πάλη υπάρχει και χωρίς ταξική συνείδηση", έλεγε ο Κάρολος Μαρξ στις εμπνευσμένες του στιγμές (σαφώς πιο εμπνευσμένες από τις στιγμές που αφιέρωσε στα ποιήματα της νεότητάς του). Το βίντεο του Σπύρου Ζαγοραίου μηδενός (μουσικού, μαϊντανού, χορευτή, συνδαιτημόνα) και μηδεμιάς (μουσικάντισας, μαϊντανής, χορεύτριας, συνδαιτημόνισσας) εξαιρουμένου/ης είναι μια κραυγαλέα επιβεβαίωση όταν συγκρίνεται με τις αναβράζουσες κοινωνικές αντιθέσεις.
Παρ' όλ' αυτά τα αυτονότητα, θέλω να διατυπώσω μιαν εκτίμηση έχοντας παράλληλα την εντύπωση ότι παρά την φαινομενική καινοτομία της θα έχει διατυπωθεί κι από άλλους άγνωστους σε μένα ψυχοναύτες πέραν της δικής μου ταπεινότητας. Εκτρέποντας ελαφρώς την επαναστατική προοπτική του Μάρξ, σύμφωνα με την οποία η μικροαστική τάξη δεν έχει ταυτότητα αλλά αποτελεί μια τάξη που θα κερδηθεί είτε από την αστική τάξη είτε από το προλεταριάτο, διαμορφώνω μια άλλη τρέχουσα εκδοχή της πραγματικότητας.
Η αστική τάξη είναι αλήθεια ότι σήμερα, στο βαθμό που έχει υποκαταστήσει την κοινωνική παρουσία της με την αστυνομία, είναι αλλού, εκεί που προσπαθεί μέσα στο δίπολο κεφαλαίου-εργασίας να απαλλαγεί από την καταραμένη ιστορική αντίθεση πειραματιζόμενη τρόπους κατάργησης της εργασίας (βλ. ρομπότ). Αφανίζοντας λοιπόν τον ένα πόλο, καταργείται η αντίθεση κι απελευθερώνεται επιτέλους ο άλλος πόλος: το δέσμιο και καταταλαιπωρημένο κεφάλαιο.
Εν τω μεταξύ, το προλεταριάτο, έχοντας μετατοπιστεί ταξικά, έχει αναλάβει τον ρευστής ταυτότητας μαρξικό ρόλο καθώς είναι αυτό που διεκδικείται τώρα πια από τον μικροαστισμό και το λούμπεν προλεταριάτο. Το βίντεο επιβεβαιώνει τον συνειδησιακό χυλό του σημερινού προλεταριάτου "φωτογραφίζοντας" μια πολιτισμική έκφραση προλεταριακής ντομπροσύνης, μικροαστικού τυχοδιωκτισμού και λούμπεν προλεταριακού χιούμορ.

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Και οι ψηλοί έχουν χιούμορ...

Τιμητική μεταφορά του βορειοελλαδίτικου χιούμορ από το μπλογκ του σκύλου της Βάλιας Κάλντα.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

ΣΚΑΤΟΓΙΟΡΤΕΣ ΣΤΑ ΜΟΥΤΡΑ ΜΑΣ

Κάλαντα, άγιοι με τα κόκκινα σε όλους τους δρόμους, παιδάκια με μπανάνες στους δρόμους κάτι σαν να μουρμουρίζουν για ένα βρέφος κάπου στην άκρη της γης. Και εγώ λέει πρέπει να δίνω χρήματα. Και δίνω. Όχι για το βρέφος στην άκρη της γης αλλά για αυτά τα παιδιά που ντροπαλά κάθονται μπροστά σου και τραγουδούν. Πόσο δύσκολο είναι άραγε για αυτά? Είναι άραγε όσο ήταν για μένα?
Και περιμένω τον καινούριο χρόνο να έρθει να με βρει. Και δεν μπορώ και την αντίστροφη μέτρηση με τίποτα. Και έξω στο κόσμο γίνεται χαμός. Και εγώ είμαι στο σπίτι μου να μυρίζω κουραμπιέδες για να μην σκέφτομαι. Αλήθεια το λέω ότι οι κουραμπιέδες αυτές τις μέρες είναι χειρότεροι από το χασίς. Την ακούς αμέσως.
Και τότε έρχεται ο Τίτος μπροστά μου. Ποιος Τίτος? Ο Πατρίκιος φυσικά. Γέρνει στο αυτί μου, νιώθω την ανάσα του και τι μου λέει ρε παιδιά!
Μου βάζει απρόσκλητα στο στόμα μου τα παρακάτω λόγια:

"όταν συμβαίνει να κάνω ένα βήμα προς τα μπρος
νιώθω σαν τότε που προβιβάστηκα με δέκα
στην τρίτη τάξη του δημοτικού.
Χαίρομαι το ίδιο που κατόρθωσα να προχωρήσω
τρομάζω με τις τάξεις που έχω ακόμα να περάσω
με αυτές τις εξετάσεις που πρέπει συνεχώς να δίνω"

Καλή χρονιά στα τσακίδια το 2007 και για να μην ξεχάσω ο Τίτος είπε να σας πω πως
"Το θέλουμε δεν το θέλουμε, πάντοτε κάποιον αδικούμε και η χειρότερη αδικία είναι μονίμως η αθέλητη"

Σωστός!!!
Καληνύχτα...

ΟΑ1365

Πτήση.
Εκεί που συναντιέται το βουνό
με το ταξίδι του σύννεφου
δάχτυλα χορευτές ξεπροβάλλουν,
μεγαλόπρεποι ιχνηλάτες
στα δάση των επιθυμιών.
Πτήση.
Ξημέρωμα.
Ένα ξωτικό ανακούρκουδο στη νεφέλη
συναντά την ύλη
και γνέφει σε βλέμματα γεμάτα
κλειστών οφθαλμών
στο διεσταλμένο στερέωμα που αρνείται να πιεί καφέ,
στο ψιθύρισμα του κύματος.
Αχ!
το κύμα..
Αχ!
τα σώματα τα διαχεόμενα στο άπειρο.
Ή
οι φράσεις που δείλιασαν
ή οι χειρονομίες που ξεψύχησαν
στα προστάγματα των αναστολών.
Σου στέλνω τις φωτιές κατειλημένων ασφάλτων,
τους ανεξέγκτους χτύπους αυτών που αυτομόλησαν,

010101010101010101010101010101010101010101010
01010101010010010101010101010101010010101010101
0101010101001010101010101001010101010 ρε 01010101
010101010 για 010101010101010101000101010 δες 0101
0101010101001 τι είναι 010101010101010100101010010010
0101010101010101010 το 010101010101010100101000101010
01010101010 το διαδίκτυο 0101010101010101010101010
όβερ.

Κι ο φοβερός πειρασμός
είναι
η
"ώρα της ανάρτησης".

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2007

κάτι σαν ξόρκι

Σαν χειμώνας θα σταθείς
στον παγετό της μητρόπολης
και τα εκατομμύρια φώτα της,
κρυστάλλινοι ανθοί και σκοταδιών νιφάδες,
θα πέσουν πάνω σου.
Μα εγώ δεν θα σ'αγγίξω,
λησμονιά μεθυστική της ανάσας σου,
πυξίδα που πάντα θα διαβάζω αντίστροφα...
όπως τα τρένα Θεσσαλονίκη - Αθήνα.

δ.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2007

Λούφα

Χτες είδα στον ύπνο μου
έναν τύπο

(χρόνια γνώριμο)

σίγουρο πάντα,
με στεντόρεια φωνή πάντα
να κλαίει σαν παιδί
γιατί βαρέθηκε
να είναι σίγουρος πάντα
και με στεντόρεια φωνή πάντα.

Γονατισμένος σε μία γωνία
καταριόταν τους καθρέφτες
τα παράθυρα και τη μοναξιά.

"Δεν ξέρω τελικά"
είπε κουλουριασμένος με κατακόκκινα μάτια
"ποιοί είναι η κόλαση".


Και μου είπε
"απόψε δεν αντέχω τη φωνή μου"
κι ακόμα,
"απ' το κεφάλι μου ξεφυτρώνουν τέρατα
που στοιχειώνουν το σπίτι μου.
Εικόνες απρόσιτες
σαν τις χορτασμένες γάτες".

Και μου παρέδωσε τη διαθήκη του
σε ένα σωρό χαρτιά,
τυπωμένη ιλουστρασιόν τετραχρωμία σχήματος Α5.

Το λοιπόν σήμερα
θα κάτσω να τη μελετήσω
βέβαιος
πως αύριο θα φανεί πάλι σίγουρος
και με στεντόρεια φωνή.

Μα, τον είδα να κλαίει.
Και τέτοιο πράμα ποτέ δεν μου έχει ξανατύχει.
Οπότε
απλά
δεν πήγα στη δουλειά.

Την απουσία δικαιολόγησα
επικαλούμενος παρατεταμένο ύποπτο βήχα.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2007

group therapy

"Ύστερα απο τόσες βολές
έμεινα διάτρητος
γιατί εξ'αρχής γυμνός
μα τη στιγμή που κατα κράτος ηττημένος
θα κοιτάζω τα τρία δευτερόλεπτα δισταγμού σου
πριν με αποτελειώσεις
θα σε προτρέψω να φτάσεις ως το τέλος.
Ένας θάνατος για να είναι πρέπει να είναι.
Μόνο έτσι."
...σκεφτόταν ξαπλωμένος στο στρώμα των ανασφαλειών,
κι αφού σκεπάστηκε τις άμυνες σαν πάπλωμα
αποκοιμήθηκε.

δ.

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2007

...

Πόσες μέρες αναμονής παίρνουν την όψη του σκότους;
Τα κράσπεδα του δρόμου αγγίζουν τις παλάμες
ακόμα κι αν ξεχειλίζω ήλιους δολοφονικούς
για τους μικρούς θανάτους.
Θέλει πρησμένες τις φλέβες η επιλογή του είναι.

δ.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

ξέρετε εσείς...

Η χειρότερη συνήθειά μου είναι

ότι κουράζομαι τόσο από το χειμώνα

που γίνομαι βάσανο σ'αυτούς που'ναι κοντά μου.

Αν δεν είσαι εδώ τίποτα δε βλασταίνει.

Μου λείπει διαύγεια.Τα λόγια μου

κουβαριάζονται γεμίζουν κόμπους.

Πώς γίνεται να καθαρίσεις κακές συνήθειες;

Στείλε με πίσω σε σένα.

Όταν το νερό πέφτει στης συνήθειας τη δίνη

σκάψε λαγούμι να βγεις στη θάλασσα.

Υπάρχει φάρμακο

που δίνεται μόνο σ'όσους πονούνε τόσο

που δεν μπορούν να ελπίζουν.

Όσοι ελπίζουν θα βγουν ταπεινωμένοι αν το μάθουν.

Κοίτα προσεχτικά το φίλο π'αγαπάς όσο μπορείς

είτε σε σένα έρχεται είτε από σένα φεύγει.

Τζελαλουντίν Ρουμί

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Πρόποση (Λονδίνο, Παρίσι, Ρέντης, Οπουδήποτε)

"... Μια κοπέλα που σ' ένα μεταμεσονύκτιο βαγόνι του μετρό δέχεται επίθεση από μερικούς νεαρούς. Η κοπέλα, "Ασιάτισσα" και πάλι, οι νεαροί, προβλέψιμο καθώς είναι Λευκοί. Κατόπιν, σαν θυμάται το ξυλοκόπημά της, δεν αισθάνεται οργή αλλά αισχύνη. Δε θέλει να μιλήσει για ό,τι συνέβη, ελπίζει ότι η ιστορία δε θα μαθευτεί: είναι μια τυπική αντίδραση, και η κοπέλα δεν είναι μια κοπέλα αλλά πολλές κοπέλες.
Καθώς κοιτάζω φλεγόμενες πόλεις στην οθόνη της τηλεόρασης, βλέπω ομάδες νέων να τρέχουν στους δρόμους, το όνειδος να πυρακτώνει τα μέτωπά τους και να βάζει φωτιά σε καταστήματα, ασπίδες αστυνομικών, οχήματα.Μου θυμίζουν την ανώνυμη κοπέλα. Έτσι και ταπεινώσεις τους ανθρώπους για πολύ, μια αγριότητα θα ξεσπάσει από μέσα τους.Κατόπιν, βλέποντας τις καταστροφές που προκάλεσε η οργή και η λύσσα τους,δείχνουν σαστισμένοι, μπερδεμένοι, πολύ νέοι. Εμείς κάναμε τέτοια πράγματα; Εμείς; Μα είμαστε κανονικά παιδιά, καλοί άνθρωποι, ούτε που ξέραμε ότι μπορούσαμε να... Έπειτα, βαθμιαία και αργά, η τιμή εξαπλώνεται μέσα τους, για το ότι έχουν μάθει να ανταποδίδουν τα χτυπήματα. Και φαντάζομαι τί θα ήταν δυνατόν να συμβεί αν μια τέτοια παραφορά μπορούσε να απελευθερωθεί σ' εκείνη την κοπέλα στο μετρό - πώς θα μπορούσε να είχε τσακίσει εκείνα τα λευκά αγοράκια, σπάζοντας χέρια πόδια μύτες αρχίδια, δίχως να ξέρει πούθε πηγάζει τούτη η βία, δίχως να αντιλαμβάνεται πώς αυτή, μια τόσο μικκροκαμωμένη μορφή, μπόρεσε να κατέχει μια τέτοια φοβερή και τρομερή δύναμη. Κι αυτοί οι νεαροί, τι θα είχαν κάνει αυτοί; Πώς να πάνε να πουν στην αστυνομία ότι τους ξυλοφόρτωσε μια κοπελίτσα, μόνη της, ένα αδύναμο θηλυκό ενάντια σ' όλους αυτούς; Και πώς να κοιτάξουν κατάματα τους κολλητούς τους; Νιώθω αγαλλίαση μ' αυτή τη σκέψη: είναι ένα σαγηνευτικό, μεταξένιο και γλυκό πράγμα αυτή η βία, ναι μάλιστα, είναι."

Σαλμάν Ρούσντι, "Όνειδος"

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2007

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

και μια συνταγή μαγειρικής

ΜΥΑΛΑ.

Για να μαγειρευτούν τα
μυαλά, πρέπει
προηγουμένως να
βράσουν. Πριν βράσουν,
πρέπει να μουλιάσουν
μέσα σε χλιαρό νερό
επί μία ώρα για να
καθαρίσουν από τα
αίματα και να μαλακώση
η μεμβράνη που τα
περιβάλλει. Βγάζομε τα
μυαλά από το νερό, το
κρατάμε στην αριστερή
μας παλάμη ή επάνω σε
σανίδι κρέατος και με
προσοχή αφαιρούμε τη
μεμβράνη. Βάζομε σε
κατσαρόλα τόσο νερό,
ώστε να σκεπάζη τα
μυαλά, ελάχιστο χονδρό
αλάτι και 1- 2 κουταλιές
της σούπας ξύδι και μόλις
το νερό πάρη βράση,
ρίχνομε μέσα τα μυαλά
και αφήνομε να βράσουν
10 λεπτά αν είναι αρνίσα,
15-20 λεπτά αν είναι
βοδινά. Αφού βράσουν,
τα βγάζομε με τρυπητή
κουτάλα σε ένα πιάτο, τα
αφήνομε να
κρυώσουν και κατόπιν
τα μαγειρεύουμε όπως
θέλουμε. Σωτέ, πανέ, με
μαγιονέζα, με σάλτσα
μπεσαμέλ κλπκλπκλπκλπ
κλπκλπκλπκλπκλπκλπκλπ

Σημ.: Αν δε μπορέσωμε να
βγάλωμε τη μεμβράνη
πριν από το βράσιμο, την
αφαιρούμε μετά το
βράσιμο.

εκ του Τσελεμεντέ

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2007

Σαββατιάτικη πρωινή κοινοτοπία:


τα εύκολα συμπεράσματα
εύκολα ανατρέπονται