Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

Δαπανήθηκα

Δαπανήθηκα στις λόχμες
μες στην επιθυμία να μυρίσω δυνατά
έτσι που να ξεκαθαριστεί το αμάρτημα.
Έσπειρα πράσινα γυαλιά στους τάφους του χόρτου
και θέρισα ολοχρονίς θέρισα ματιές από μάτια
μίσους ήχους στον αγέρα
λαχανικά της λησμονιάς στο αναψυκτήριο
ένα παλιό εικόνισμα τους Ναπολεοντείους πολέμους
και την αγάπη μου αγάπη μου του πυρετού
στην καρδιά μου στο ξενοδοχείο
στο φως στο χιόνι στον πλυμένο μου σταυρό.
Τραλαριαλό τουλίτ λο.
Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι – κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι- κομματάκι.

Γιώργος Μακρής


*Ο Γιώργος Μακρής γεννήθηκε το 1923 και αυτοκτόνησε το 1968. Υπήρξε εξέχουσα μποέμ φιγούρα των πνευματικών αναζητήσεων των δεκαετιών ΄60 και ΄70. Ο Γιώργος Μακρής εκφράστηκε με όλα τα είδη του λόγου, αλλά όσο ήταν εν ζωή δεν δημοσίευσε τίποτε από το δικό του πρωτογενές έργο. Υπήρξε αρχισυντάκτης του πρωτοποριακού περιοδικού « πάλι». Στο ίδιο περιοδικό βρίσκουμε μια μετάφρασή του της « Ηλιόπετρας » του Οκτάβιο Πάζ, αλλά και άλλες μεταφράσεις. Επίσης γνωστή και άξαφνη είναι η προκήρυξή του για την ανατίναξη των αρχαίων μνημείων με πρώτο την Ακρόπολη

Τρίτη, 26 Σεπτεμβρίου 2017

Ποιητική συνταγή

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα


τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι, 


δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες


πέντ' έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα


κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια.


Ένα ξεφτέρι· δυο πήχες ράμμα
καμπόσα δάκρυα μέσα σε γράμμα


λαψάνες· λάπατα και καυκαλίδες
περικοκλάδι και τσουτσουμίδες.


Δυο δράμια άγρια, σκληρά σκουλήκια
βροντές· βοριάδες· ρόδα και φύκια

αϊτό κλωσούρα, δέκα φλοκάτες

δυο ραμπαούνια· μάτια πινιάτες

μία νυχτερίδα, μία χελώνα
νιόνυφη άνοιξη· προεστό χειμώνα

βλαστήμιες άπειρες· σάρκα καμπόση

και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.


Αχτίδες, σάβανα και έρμα πλάγια
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια

έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα...

Σε μια θεόχτιστη ρίξ' τα παδέλα


ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι,

βρυσούλας γέννημα... ή και απ' αυλάκι.


Πέσε τ' ανάσκελα και πίθωσέ τα

στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.


Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,

καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.


Άσ' την παδέλα να πάρη βράση, 

μονάχα πρόσεχε να μη σου σπάση.


Ας πάρη μπούρμπουλα μονάχα τρία,

και είναι έτοιμο μ' επιτυχία


γιαχνί αθάνατο, ποιητικό...

Κένωσ' το, κένωσ' το ζεστό ζεστό


σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο...

και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά το.


Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Αλήθεια;


Ένας άνθρωπος περπατάει μαζί με τον διάβολο και βλέπει κάποιον άλλο να μαζεύει κάτι από τον δρόμο. Ρωτάει λοιπόν τον διάβολο «Τι μάζεψε αυτός από κάτω;». Του απαντάει εκείνος: «Μια μικρή αλήθεια». Τον ξαναρωτά τότε «Δεν φοβάσαι;», και του απαντά ο διάβολος «Όχι, θα τον βάλω να την οργανώσει».


Κάτι από τα πεζά κείμενα του N. Kαρούζου