Σάββατο, 18 Μαΐου 2019

Δέησις


Διάβολε, ὄχι,
ὄχι πάλι ἐδῶ:
στὸ λίκνο τῆς ἀμάραντης σοφίας,
στὰ χείλη τὰ παχιά της Ἀττικῆς,
μὲς στὸ βαθὺ τὸ ντεκολτὲ
τῆς ἀηδίας.


Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
στὰ λόγια τὰ διάτορα, στὰ κλέη
ἐνὸς θανάτου γύψινου
ὅπου ἄδουμε διαρκῶς,
ὄχι στοῦ ἥλιου τὰ ἐγερτήρια ἐλέη,
ὄχι στὰ ἐρείπια τῶν συντηρητῶν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
σὲ μιᾶς τραυλῆς καμπάνας τὴν ἀπόχη,
σ’ αὐτὸ τὸ Πάσχα τὸ νεκρὸ τῶν λουλουδιῶν,
ὄχι στὰ Ναὶ καὶ στὰ μεγάλα τὰ Ὄχι,
ὄχι στὰ ὁράματα
τῶν ἀνθυπαρχηγῶν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
σ’ αὐτὴ τὴ δίνη τοῦ νταλκᾶ
ὅπου θηρεύει
θύματα ἡ θλίψη τῶν μικρῶν ὠρῶν,
ὄχι στὸν φοίνικα τὸν μαῦρο ποὺ χορεύει
πάνω ἀπ’ τὸ στάγδην ποτιζόμενο γκαζόν.

Διάβολε, ὄχι,
ὄχι ἐδῶ:
μέσα στῆς στάχτης τὸ γυμνὸ τὸ καλοκαίρι
μ’ ἄδειο ποτήρι παρὰ θίν’ ἀλός,
ὄχι στῆς νύχτας τ’ ἀνοιγμένα σκέλη,
ὄχι στοὺς στίχους τῶν δεινῶν
διαφημιστῶν.

Ὄχι στοῦ λίπους τὶς σταγόνες
ποὺ γυαλίζουν
στὰ ὠχρὰ ρουθούνια τῶν ρεπόρτερ τῆς σειρᾶς,
ὄχι στὸν πίθηκο τῆς μέσα μας ὀθόνης,
ὄχι στὴ δόξα τῆς σφιχτῆς μας τῆς γροθιᾶς.

Ὄχι στοῦ ἴλιγγου τὴ ξοδεμένη δόση,
νόθα ἡρωίνη στὸ μενοὺ τῶν ἐραστῶν,
ὄχι στὸ χάδι
ποὺ μετράει τὴν πτώση,
ὄχι στὴ γλώσσα τὴ σαχλὴ τῶν τραπεζῶν.

Ὄχι στὸν Ἅδη αὐτὸν
ποὺ πάντοτε μᾶς νεύει
μέσα ἀπ’ τοῦ βάλτου
τὰ στεκάμενα νερά.

Ὄχι στοῦ χρόνου τὸ μαχαίρι
ποὺ σαλεύει
μπρὸς στῆς ἀσφάλτου
τὴν κοιλιὰ ποὺ μᾶς ξερνᾶ.

Διάβολε, ὄχι –
ὄχι πάλι ἐδῶ.


Λάμπρος Λαρέλης

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2019

Τα σύννεφα

Τα σύννεφα μάς παρασύρουν σε παρομοιώσεις
Πρέπει να είναι μέρος του αμυντικού τους μηχανισμού
Οι παρομοιώσεις παρασύρουν στην επιείκεια 
Όλα αυτά θα πρέπει να κοπούνε μαχαίρι
Χωρίς παρομοιώσεις τα σύννεφα θα λιμοκτονήσουν


Γ. Στίγκας

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ποτέ


Σου ήρθαν τα νέα;

Ξενοίκιασα. Πάει κι αυτό.
Τα χνάρια μου σβήνουν ένα-ένα,
σαν θλιβερή αλληλουχία.
Να δεις, σε λίγο
θα είναι σα να μην υπήρξα ποτέ.
Να το δεις, ε;
Σου έκανα κι αυτή τη χάρη.
Μου είπαν πως το όνομα στο κουδούνι δεν άλλαξε ακόμη.
Ξέχασαν, βέβαια, να αναφέρουν εάν
ένα "σ’αγαπώ” γραμμένο με στυλό,
συνεχίζει να καταπατά το επίθετό μου
κι εάν, στην τελική, υφίσταται ακόμα,
ως τελευταία πράξη ενός σύμπαντος
που και υπήρχαμε και αγαπιόμασταν
και μας ένοιαζε αρκετά, ώστε να το αποτυπώσουμε.
Τώρα πια, από κάποιο άλλο σύμπαν,
σβήνουμε και γράφουμε τον μεγάλο μας επίλογο.
Εγώ γράφω,
εσύ σβήνεις.
Εγώ ονειρεύομαι την χάρτινή μας πόλη,
κι εσύ κρατάς τα σπίρτα στα χέρια σου.
Τι λες;
Θα της βάλεις φωτιά;


Ανώνυμο

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2019

Σελίδα γραπτού

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
Μα να το πουλί-λύρα
που περνά στον ουρανό.
Το παιδί το βλέπει,
το παιδί το ακούει,
το παιδί το φωνάζει:
Σώσε με, παίξε μαζί μου,
πουλί!
Τότε το πουλί κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα.
Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
Και το παιδί παίζει,
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπάντων όχι τριάντα δύο
έτσι ή αλλιώς
και φεύγουν.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
μες στο θρανίο του
κι όλα τα παιδιά
ακούν το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
στη βόλτα τους το σκάνε
κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
Και το πουλί-λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδάει
κι ο καθηγητής φωνάζει:
Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!
Μα όλα τ' άλλα παιδιά
ακούν τη μουσική
και οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα.
Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2019

Αντίο κύριε Μέσκο


Από την κηδεία του Μάρκου Μέσκου στο Γραμματίκοβο Πέλλας

Χτες 200 φίλοι σου σού είπαμε το τελευταίο αντίο. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ δυσκολότερες συνθήκες για την περίσταση. 800 μέτρα ανάβαση μέσα στα χιόνια στον λόφο του χωριού σου που τόσο αγαπούσες από μία απόσταση ασφαλείας. Δύσκολος και ο αποχαιρετισμός, όπως όλα δύσκολα στη ζωή σου. Ζωή γεμάτη δημιουργικότητα, «ωραίους ανθρώπους που αντάμωσες» αλλά και με το τραύμα του μειονοτικού.Δεν σου έδωσαν το χρηματικό έπαθλο για την έκθεση που έγραψες, δεν σου έδωσαν το κορίτσι που αγάπησες, δεν είχες καλές συνθήκες στον στρατό γιατί ήσουνα «εθνικά επικίνδυνος». Η οικογένεια δεν σου επέτρεψε να κάνεις τις σπουδές που ποθούσες (Αρχιτεκτονική ή Φιλοσοφική) και χρειάστηκε να φύγεις εσωτερικός μετανάστης στην Αθήνα για να σπουδάσεις γραφιστική και να γράφεις (ιδού το σχήμα και ο λόγος). Στο μεταξύ, έκανες πολλές ταπεινές δουλειές. Χωρίς να γογγύζεις ποτέ. Σαν να είχες κατανοήσει από πολύ νωρίς ότι τα εξωτερικά δεν μετράνε. Είχες ελάχιστη σχέση με τα χρήματα και με την πολυτέλεια. Θα μπορούσες να είσαι και ασκητής (μήπως δεν ήσουνα;) [από το μπλογκ του Εντευκτηρίου]

«συντροφικά μόνος, συντροφικά ελεύθερος»

«Σώνεται το λάδι. το καντήλι τρεμοσβήνει»
«έτσι λένε
πέρασε η ζωή του. όσον κρατούσε το φως
πάλευε τον Δαίμονα και τα σκοτάδια του»

«θα φύγει μόνος όπως και οι προηγούμενοι. προτιμούσε η ψυχή του ν’ ανέβει στα βουνά και στα λημέρια τους να σκορπίσει σαν ομίχλη στην πρωινή πάχνη»