Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2007

Πρόποση (Λονδίνο, Παρίσι, Ρέντης, Οπουδήποτε)

"... Μια κοπέλα που σ' ένα μεταμεσονύκτιο βαγόνι του μετρό δέχεται επίθεση από μερικούς νεαρούς. Η κοπέλα, "Ασιάτισσα" και πάλι, οι νεαροί, προβλέψιμο καθώς είναι Λευκοί. Κατόπιν, σαν θυμάται το ξυλοκόπημά της, δεν αισθάνεται οργή αλλά αισχύνη. Δε θέλει να μιλήσει για ό,τι συνέβη, ελπίζει ότι η ιστορία δε θα μαθευτεί: είναι μια τυπική αντίδραση, και η κοπέλα δεν είναι μια κοπέλα αλλά πολλές κοπέλες.
Καθώς κοιτάζω φλεγόμενες πόλεις στην οθόνη της τηλεόρασης, βλέπω ομάδες νέων να τρέχουν στους δρόμους, το όνειδος να πυρακτώνει τα μέτωπά τους και να βάζει φωτιά σε καταστήματα, ασπίδες αστυνομικών, οχήματα.Μου θυμίζουν την ανώνυμη κοπέλα. Έτσι και ταπεινώσεις τους ανθρώπους για πολύ, μια αγριότητα θα ξεσπάσει από μέσα τους.Κατόπιν, βλέποντας τις καταστροφές που προκάλεσε η οργή και η λύσσα τους,δείχνουν σαστισμένοι, μπερδεμένοι, πολύ νέοι. Εμείς κάναμε τέτοια πράγματα; Εμείς; Μα είμαστε κανονικά παιδιά, καλοί άνθρωποι, ούτε που ξέραμε ότι μπορούσαμε να... Έπειτα, βαθμιαία και αργά, η τιμή εξαπλώνεται μέσα τους, για το ότι έχουν μάθει να ανταποδίδουν τα χτυπήματα. Και φαντάζομαι τί θα ήταν δυνατόν να συμβεί αν μια τέτοια παραφορά μπορούσε να απελευθερωθεί σ' εκείνη την κοπέλα στο μετρό - πώς θα μπορούσε να είχε τσακίσει εκείνα τα λευκά αγοράκια, σπάζοντας χέρια πόδια μύτες αρχίδια, δίχως να ξέρει πούθε πηγάζει τούτη η βία, δίχως να αντιλαμβάνεται πώς αυτή, μια τόσο μικκροκαμωμένη μορφή, μπόρεσε να κατέχει μια τέτοια φοβερή και τρομερή δύναμη. Κι αυτοί οι νεαροί, τι θα είχαν κάνει αυτοί; Πώς να πάνε να πουν στην αστυνομία ότι τους ξυλοφόρτωσε μια κοπελίτσα, μόνη της, ένα αδύναμο θηλυκό ενάντια σ' όλους αυτούς; Και πώς να κοιτάξουν κατάματα τους κολλητούς τους; Νιώθω αγαλλίαση μ' αυτή τη σκέψη: είναι ένα σαγηνευτικό, μεταξένιο και γλυκό πράγμα αυτή η βία, ναι μάλιστα, είναι."

Σαλμάν Ρούσντι, "Όνειδος"

1 σχόλιο:

γ. είπε...

Οπουδήποτε στην Αθήνα, στις κεντρικές, τις ιστορικές συνοικίες. Στο Παγκράτι, στη Νεάπολη, στα Πατήσια, στον Αγιο Παντελεήμονα Αχαρνών. Αργά το βράδυ. Μια νέα γυναίκα, τριάντα κάτι, αποχωρεί από το σπίτι φίλων της και πάει στο αυτοκίνητό της. Κάτω από το φως των λαμπτήρων νατρίου ψάχνει στην τσάντα το κλειδί.

Μια σιδερένια γροθιά την τραντάζει. Ο πόνος δεν την αγγίζει ακόμη, αλλά ο τρόμος την καταλαμβάνει ακαριαία: πίσω της στέκονται δυο άντρες, ψηλοί, βουβοί. Πιάνουν την τσάντα της, αυτή σαν αυτόματο την προτείνει: Πάρτε την! Δέχεται κι άλλο χτύπημα, θολώνει, είναι σιδερογροθιά· κι άλλο, κι άλλο, πέφτει στα γόνατα. Απομακρύνονται βουβοί, όπως πλησίασαν.

Τώρα νιώθει το αίμα να πλημμυρίζει στυφό το στόμα, δεν νιώθει στόμα, δεν νιώθει γνάθους, μόνο αίμα. Φωνάζει βοήθεια. Ανοίγουν μπαλκονόπορτες, βλέπει εσωτερικά φώτα, φιγούρες ανθρώπων στα μπαλκόνια. Κοιτούν, δεν μιλούν, δεν κινούνται. Φωνάζει χωρίς δυνάμεις. Μια γυναίκα της πετάει ένα πακέτο χαρτοπετσέτες. Σκουπίζει το αίμα. Στην τσέπη του μπουφάν ψαύει το κινητό. Δεν φωνάζει πια. Τηλεφωνεί στους φίλους της, στην παραδίπλα πολυκατοικία.

Στο νοσοκομείο, διαγνώσθηκαν τρία κατάγματα της κάτω γνάθου. Ενας αστυνομικός της είπε, λίγο πατρικά, λίγο ενοχλημένα: Μα τι τα ‘θελες κι εσύ να νυχτοπερπατάς, σε τέτοιο μέρος;

Το μέρος: Αθήνα, κεντρική συνοικία. Η οδός Πιπίνου, φερ’ ειπείν· αλλά κι η Κόνωνος, κι η Βουλγαροκτόνου.

Η αίσθηση: Φόβος. Τυφλός, άλογος, απάνθρωπος. Πιο πολύ κι από τη σιδερογροθιά πονούν οι ανοιχτές, βουβές μπαλκονόπορτες. Οι φοβισμένοι άνθρωποι που κοιτούν και δεν μιλούν, δεν δρουν, δεν συντρέχουν. Μένουν άπρακτοι, μακριά, πιασμένοι στη μέγγενη του φόβου. Η γειτονιά τους είναι εχθρική και ανοίκεια, είναι το Φαρ Ουέστ, είναι το Χάρλεμ και το Μπρονξ, είναι η πηγή του φόβου τους.

Βουτηγμένος στο φόβο, ο άνθρωπος της ιστορικής αθηναϊκής γειτονιάς, χάνει την ανθρωπινότητά του, παύει να δρα σαν άνθρωπος εν κοινωνία, αλληλέγγυος και συμπονετικός, μένει πλάσμα έντρομο, βουβό, σκοτεινό και παγωμένο. Αγρίμι βουβό, στο μπαλκόνι. Ο Σμήαγκολ εκπίπτει σε Γκόλουμ.

Ομως: Στη μητρόπολη που ζούμε, άγρια και προσφιλή μαζί, αύριο, μεθαύριο, κάποιος από μας θα βρεθεί στα γόνατα. Για να σηκωθούμε, χρειαζόμαστε ένα χέρι· για να μείνουμε άνθρωποι, χρειάζεται κάτι παραπάνω από ένα πακέτο χαρτοπετσέτες.

Καθημερινή, 30.11.2007