Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

γλουτολίνη

Μ’ αρέσουν τα χρωματοπωλεία. Μ’ αρέσει ακίνητος μέσα τους να απολαμβάνω την περίεργη ηρεμία που αναδύουν. Σήμερα πήγα ν’ αγοράσω μια βούρτσα για την αφισοκόλληση. Σε λίγες μέρες έχουμε συγκέντρωση στην κεντρική πλατεία. Συγκέντρωση ενάντια στην καταστολή και τα νέα μέτρα που δρομολογούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Θυμάμαι μια παλιότερη συγκέντρωση (πρέπει να έχουν περάσει 5 – 6 χρόνια) στην ίδια πλατεία. Είχε κοντοσταθεί ανάμεσα στον κόσμο ένας πιτσιρικάς ρακοσυλλέκτης. Κάτι εβδομάδες νωρίτερα και μετά το πέρας πρωινής διαδήλωσης (δεν θυμάμαι ποιας) καθίσαμε με την αδερφή μου να φάμε σε ψητοπωλείο των αγίων αναργύρων. Ο εν λόγω πιτσιρίκος λοιπόν άραξε στο παραδίπλα τραπέζι και παρήγγειλε δύο σκέτες πίτες. Αδύνατο παιδί αλλά γερό και με μια λάμψη στο πρόσωπο απερίγραπτη. Με την Κατερίνα (η αδερφή μου) αποφασίσαμε να τον κεράσουμε μια μερίδα. Καλέσαμε τη σερβιτόρα και της ανακοινώσαμε την απόφασή μας. Αυτή γέλασε (λίγο πικρά εδώ που τα λέμε) και είπε «δεν υπάρχει περίπτωση να δεχτεί, είναι πολύ περήφανος» «τι ρόλο βαράει ο μικρός;» «ρακοσυλλέκτης» «πόσο είναι;» «ξέρω γω; δέκα - έντεκα χρονώ τον κάνω» «κάνε μια προσπάθεια» «ΟΚ». Του πήγε τη μερίδα στο τραπέζι. Ο τύπος γύρισε, μας κοίταξε, έκανε ένα νεύμα μεταξύ «ευχαριστώ» και «αφήστε με ήσυχο», άφησε τα ψιλά για τις πίτες κι έφυγε κουβαλώντας το σακί του. Ντραπήκαμε. Καλά κάναμε.

Στη συγκέντρωση που έλεγα πριν (κι από την οποία πρέπει να έχουν περάσει 5 – 6 χρονάκια) το τυπάκι αυτό καθόταν ανάμεσα μας χαμογελαστό κι αμίλητο. Έδειχνε να απολαμβάνει τη μουσική που έπαιζε η μικροφωνική. Εγώ τον χάζευα επίσης χαμογελαστός κι ασάλευτος. Σκέφτηκα να του πιάσω την κουβέντα μπας και διδαχτώ τίποτα. Τον πλησίασα και το μόνο που βρήκα να ρωτήσω ήταν αν ήθελε μπισκότο (έτρωγα μπισκότα εκείνη την ώρα). Γύρισε και με κοίταξε με το πιο ώριμο, γαλήνιο και αξιοπρεπές βλέμμα που έχω συναντήσει. «όχι ευχαριστώ» «μη σε ζαλίζω ε;» «με περιμένουν, γεια» «γεια». Ντράπηκα. Καλά έκανα.

Μετά χρειάστηκε να πάω στο χρωματοπωλείο. Δε θυμάμαι γιατί. Μ’ αρέσουν οι μυρωδιές των χρωματοπωλείων. Δεν ξέρω γιατί. Δεν έχω καταφέρει να γράψω ένα τραγούδι για τον Πιτσιρίκο. Δεν ξέρω τι.

Λες μετά τόσα χρόνια να βρέθηκε στους δρόμους του Δεκέμβρη; Λες; Ε; Λες να πέρασε από την ΑΣΟΕΕ, το πολυτεχνείο, οπουδήποτε; Κι αν τον έβλεπα τι θα του έλεγα; Θα έπρεπε να του πω κάτι; Θα τον αναγνώριζα; Μην ξεχάσω αύριο να πάρω γλουτολίνη γιατί μας τελείωσε.

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2009

...

ευγενικιά περήφανη μελαγχολία
ύψος χαμόγελο και λευτεριά
επιτέλους σας βρίσκω
στην όχθη της καρδιάς μου
ένα βράδυ όπου η θάλασσα
εισχωρεί βαθιά στις χώρες των βουνών

ένα βράδυ όπου νιώθεται κανείς
πιο νέος από τη νιότη του
βράδυ όπου πόνεσε πολύ
μα όπου πια τίποτε
πια τίποτε
δεν είναι μάταιο
τίποτε για τη στάχτη...


δια την αντιγραφή ο "πολύ σας έλειψα"

δ.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2009

ΤΟ ΤΕΡΑΣ

Το αγαθό, το γενναίο, το πανάσχημο τέρας
που καθυβρίζεται με σκαιότητα
στις ταινίες του Χόλλυγουντ,
το Τέρας, όπου μεροληπτεί
εναντίον το κοινόν,
το Τέρας, που "κερδίζει τας μάχας
και χάνει - πάντα - τον πόλεμον"

α!, το Τέρας
πώς θάθελα να το σώζω
επεμβαίνοντας την τελευταία στιγμή
με οποιονδήποτε όπλον -
το ξίφος, την σφενδόνη, το δηλητήριο -
ή θρυμματίζοντας μ' ένα ρόπαλο
το φακό του οπερατέρ!..


Φαίδρος Μπαρλάς

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Νιώθω λίγο...

Η δουλειά ενός αγγέλου

Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις

Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα

Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα

Και η χλόη

Και η θάλασσα

Και οι σκύλοι

Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη

Έχω ένα χαρτοφύλλακα

Μια συμπαγή επαγγελματική

Προσωπικότητα

Όμως και οι άνθρωποι

Ώρες ώρες

Μου θυμίζουν κάτι

Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό

Όμως η μνήμη μου

Δεν με απατά

Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό

Και η μνήμη μου μοιάζει

Σαν τις αναμμένες λαμπάδες

Την Ανάσταση

Που με πήγαινες

Μικρή

Πάντως και οι άγγελοι

Που φυλάγουν

Τις δήθεν σιδηροδρομικές

Διαβάσεις

Είχαν το πέος

Κάπου στο στήθος

Όμως το πρόσωπό τους

Ήταν φτιαγμένο

Από το χώμα

Ενός άλλου πλανήτη

Ώρες ώρες

Νιώθω λιγάκι

Εξωγήινη

Και οι άνθρωποι

Μου θυμίζουν

Κάτι

Και πίνω

Γιατί

Ώρες ώρες

Νιώθω λίγο εξωγήινη

Κι εκεί στα μπαρ

Κάπου στο σώμα

Σαν νάχαν φτερά

Κι από το στόμα τους

Σαν τσιγάρο

Κρέμεται

Το συκώτι τους

Όμως νομίζω

Ότι κάποτε

Γνώρισα

Έναν άγγελο

Έκανε τον πόνο

Άθελά του

Όμως το αποτέλεσμα

Του πόνου

Ήταν ένα έργο τέχνης

Κάπως σα νύχτα

Με φωτεινά μανιτάρια

Κι όταν πέθανε

Η γιαγιά μου

Νόμιζα ότι είχα

Δει

Ότι ξαναπέθαινε

Κι όταν έψαξα

Να τη βρω

Είδα ένα λύκο

Με ένα

Λευκό

Τριαντάφυλλο

Στο

Στόμα

Και τα δάση κάπως

Μου θυμίζουν τα δάση

Και τα άλογα έχουν

Κάπως μεγαλύτερα μάτια

Κι ότι ένα άλογο

Πέρασε μια καβαλάρισσα

Μια τέτοια σιδηροδρομική

Διάβαση

Ο άγγελος κατέβασε

Τη γιαγιά μου

Και σκότωσε

Το λύκο

Κι έμεινε το τριαντάφυλλο

Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια

Πίσω από μια κυλότα

Που αιωρείτο στο στερέωμα

Μια βιντεογραφική κάμερα

Έδειχνε σε κάποιον

Κατώτερο υπάλληλο

Του ουρανού

Δυο άντρες που περπατούσαν

Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες

Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες

Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου

Ο άλλος ήταν καποιος που είχα δει

Να κοιμάται

Με το κεφαλι ακουμπισμένο

Πάνω στον μπάγκο

Του μπαρ

Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη

Και πού και πού πίνω

Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά

Ο κόλπος μου μετατοπίζεται

Έξω από το κορμί μου

Προς ένα σημείο

Εφαπτόμενο του κεφαλιού

Πάνω στον μπάγκο του μπαρ

Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ

Περίπου σαν κι αυτά

Που πίνουν οι ηλιαχτίδες

Του ήλιου

Ενός ήλιου

Που μοιάζει κάπως

Με τον ήλιο.

Κι ακούω

Ένα γέλιο

Που μοιάζει

Με το γέλιο

Των σκύλων

Στον ουρανό

Κι ακούω

Ένα κλάμα

Που μοιάζει

Με το κλάμα

Των σκύλων

Στον ουρανό

Και πίνω πού και πού

Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη

Στα μπαρ

Ανάμεσα

Στο κάπου

Και στο πουθενά

Σκύλων λιγάκι διαφορετικών

Αλλά όσο πιο δυνατα

Παίζει η μουσική

Τόσο πιο πολύ

Ακούω

Το γέλιο των σκύλων

Και το κλάμα των σκύλων

Στον ουρανό

Κι ακούω ιστορίες

Ότι είχα διαβάσει

Για το κοιμισμένο

Κεφάλι

Στον μπάγκο

Του μπαρ

Σ’ ένα μυθιστόρημα

Στο ίδιο μυθιστόρημα

Η μαμά μου λέει

Πως το δάσος

Με τις λεύκες

Υπάρχει

Μόνο που δε φαίνεται

Γιατί το κρύβουν

Πυκνά σύννεφα

Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα

Ακούω κι άλλες ιστορίες

Τις ακούω

Τόσο ζωντανά

Όσο το γέλιο

Και το κλάμα

Των σκύλων

Αλλά μόνο τις ακούω

Δεν τις σκέπτομαι

Δεν μπορώ να σκεφτώ

Γιατι κουβαλώ

Αυτό το μεγάλο

Χαρτοφύλλακα

Που μοιάζει με χαρτοφύλακα

Που είναι γεμάτος

Φάρμακα για τρελούς

Και ποιήματα

Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα

Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα

Δεν ξέρω

Ποιος έγραψε

Αυτά τα ποιήματα

Ίσως ο άντρας που κοιμάται

Στο μπαρ

Η μαμά μου

Μου λέει

Πως τα έγραψαν

Οι λεύκες

Το τρομερότερο

Όλων

Είναι

Πως

Φαντάζομαι

Ότι

Το μπαρ

Και ό,τι υπάρχει

Μέσα

Και γύρω

Από το μπαρ

Καταστρέφονται

Από ένα τραίνο

Κάπως σαν τραίνο

Αφού δεν υπάρχουν

Τραάνα

Και το μόνο

Που μένει

Είναι

Εκείνο

Το άσπρο

Τριαντάφυλλο

Που είχα ακούσει

Κάπως

Κάποτε

Αλλά τώρα δεν θυμάμαι

Κάπως δε θυμάμαι

Δεν θέλω να θυμάμαι

Φτερά φτερά φτερά

Θέλω ν’ αγκαλιαστώ

Και να πετάξω

Με φτερά

Φτερά πεθαμένων αγγέλων

Ανυπέρβλητων

Όμως μαμά

Έχω διακοπές

Ώρες ώρες νιώθω

Εξωγήινη

Και ξεχνάω

Κάπως σαν να ξεχνάω

Α, θυμήθηκα

Πάω διακοπές

Πάω για μπανια

Πάω ν’ αγοράσω

Ένα μπικίνι

Ένα αληθινό μπικίνι

Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει

Με κάπως σαν μπικίνι.



Για την αντιγραφή...

Γ.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

ΠΡΑΞΗ ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΟΝΟΧΙΤΩΝΟΣ

Κάποια όνειρα που βλέπω, μ' αρέσει να τα διηγούμαι. Τι είδα χτες. Ένας ερημίτης κόβει λουλούδι και λέει στους μαθητάδες ολόγυρα: "Βλέπετε τίποτα σ' αυτήνε την πράξη;" Ο ένας λέει πως είναι αγάπη για τ' άνθη κι ομοίωση μαζί τους. Ο άλλος λέει πως είναι η μη-συνείδηση και τείνει σε κινήσεις μη-χρησιμότητας. Ένας άλλος αποκρίνεται πως ήτανε μια ανάπαυλα της αγιότητας. Ο ερημίτης πάει στο μίσχο, δένει το λουλούδι με σπάγγο, λέγοντας: "Ήτανε μια πράξη εξουσίας". Και έμεινε άφωνος έως θανάτου, κατά το όνειρο που είδα.


Νίκος Καρούζος, "ερυθρογράφος"