Πέμπτη, 9 Απριλίου 2009

Νιώθω λίγο...

Η δουλειά ενός αγγέλου

Είναι να προσέχει τις σιδηροδρομικές διαβάσεις

Ενώ δεν υπάρχουν τραίνα

Και τα δένδρα μοιάζουν κάπως με δένδρα

Και η χλόη

Και η θάλασσα

Και οι σκύλοι

Νιώθω λίγο σαν εξωγήινη

Έχω ένα χαρτοφύλλακα

Μια συμπαγή επαγγελματική

Προσωπικότητα

Όμως και οι άνθρωποι

Ώρες ώρες

Μου θυμίζουν κάτι

Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό

Όμως η μνήμη μου

Δεν με απατά

Ίσως έχω ένα σαλεμένο μυαλό

Και η μνήμη μου μοιάζει

Σαν τις αναμμένες λαμπάδες

Την Ανάσταση

Που με πήγαινες

Μικρή

Πάντως και οι άγγελοι

Που φυλάγουν

Τις δήθεν σιδηροδρομικές

Διαβάσεις

Είχαν το πέος

Κάπου στο στήθος

Όμως το πρόσωπό τους

Ήταν φτιαγμένο

Από το χώμα

Ενός άλλου πλανήτη

Ώρες ώρες

Νιώθω λιγάκι

Εξωγήινη

Και οι άνθρωποι

Μου θυμίζουν

Κάτι

Και πίνω

Γιατί

Ώρες ώρες

Νιώθω λίγο εξωγήινη

Κι εκεί στα μπαρ

Κάπου στο σώμα

Σαν νάχαν φτερά

Κι από το στόμα τους

Σαν τσιγάρο

Κρέμεται

Το συκώτι τους

Όμως νομίζω

Ότι κάποτε

Γνώρισα

Έναν άγγελο

Έκανε τον πόνο

Άθελά του

Όμως το αποτέλεσμα

Του πόνου

Ήταν ένα έργο τέχνης

Κάπως σα νύχτα

Με φωτεινά μανιτάρια

Κι όταν πέθανε

Η γιαγιά μου

Νόμιζα ότι είχα

Δει

Ότι ξαναπέθαινε

Κι όταν έψαξα

Να τη βρω

Είδα ένα λύκο

Με ένα

Λευκό

Τριαντάφυλλο

Στο

Στόμα

Και τα δάση κάπως

Μου θυμίζουν τα δάση

Και τα άλογα έχουν

Κάπως μεγαλύτερα μάτια

Κι ότι ένα άλογο

Πέρασε μια καβαλάρισσα

Μια τέτοια σιδηροδρομική

Διάβαση

Ο άγγελος κατέβασε

Τη γιαγιά μου

Και σκότωσε

Το λύκο

Κι έμεινε το τριαντάφυλλο

Ανάμεσα στα φωτεινά μανιτάρια

Πίσω από μια κυλότα

Που αιωρείτο στο στερέωμα

Μια βιντεογραφική κάμερα

Έδειχνε σε κάποιον

Κατώτερο υπάλληλο

Του ουρανού

Δυο άντρες που περπατούσαν

Ανάμεσα σε ένα δάσος με λεύκες

Που έμοιαζε με δάσος με λεύκες

Ο ένας έμοιαζε με το μπαμπά μου

Ο άλλος ήταν καποιος που είχα δει

Να κοιμάται

Με το κεφαλι ακουμπισμένο

Πάνω στον μπάγκο

Του μπαρ

Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη

Και πού και πού πίνω

Μόνο που όταν τα θυμάμαι αυτά

Ο κόλπος μου μετατοπίζεται

Έξω από το κορμί μου

Προς ένα σημείο

Εφαπτόμενο του κεφαλιού

Πάνω στον μπάγκο του μπαρ

Μπαρ που έμοιαζε κάπως με μπαρ

Περίπου σαν κι αυτά

Που πίνουν οι ηλιαχτίδες

Του ήλιου

Ενός ήλιου

Που μοιάζει κάπως

Με τον ήλιο.

Κι ακούω

Ένα γέλιο

Που μοιάζει

Με το γέλιο

Των σκύλων

Στον ουρανό

Κι ακούω

Ένα κλάμα

Που μοιάζει

Με το κλάμα

Των σκύλων

Στον ουρανό

Και πίνω πού και πού

Γιατί νιώθω λίγο εξωγήινη

Στα μπαρ

Ανάμεσα

Στο κάπου

Και στο πουθενά

Σκύλων λιγάκι διαφορετικών

Αλλά όσο πιο δυνατα

Παίζει η μουσική

Τόσο πιο πολύ

Ακούω

Το γέλιο των σκύλων

Και το κλάμα των σκύλων

Στον ουρανό

Κι ακούω ιστορίες

Ότι είχα διαβάσει

Για το κοιμισμένο

Κεφάλι

Στον μπάγκο

Του μπαρ

Σ’ ένα μυθιστόρημα

Στο ίδιο μυθιστόρημα

Η μαμά μου λέει

Πως το δάσος

Με τις λεύκες

Υπάρχει

Μόνο που δε φαίνεται

Γιατί το κρύβουν

Πυκνά σύννεφα

Σύννεφα κάπως σαν σύννεφα

Ακούω κι άλλες ιστορίες

Τις ακούω

Τόσο ζωντανά

Όσο το γέλιο

Και το κλάμα

Των σκύλων

Αλλά μόνο τις ακούω

Δεν τις σκέπτομαι

Δεν μπορώ να σκεφτώ

Γιατι κουβαλώ

Αυτό το μεγάλο

Χαρτοφύλλακα

Που μοιάζει με χαρτοφύλακα

Που είναι γεμάτος

Φάρμακα για τρελούς

Και ποιήματα

Φάρμακα περίπου σαν φάρμακα

Και ποιήματα περίπου σαν ποιήματα

Δεν ξέρω

Ποιος έγραψε

Αυτά τα ποιήματα

Ίσως ο άντρας που κοιμάται

Στο μπαρ

Η μαμά μου

Μου λέει

Πως τα έγραψαν

Οι λεύκες

Το τρομερότερο

Όλων

Είναι

Πως

Φαντάζομαι

Ότι

Το μπαρ

Και ό,τι υπάρχει

Μέσα

Και γύρω

Από το μπαρ

Καταστρέφονται

Από ένα τραίνο

Κάπως σαν τραίνο

Αφού δεν υπάρχουν

Τραάνα

Και το μόνο

Που μένει

Είναι

Εκείνο

Το άσπρο

Τριαντάφυλλο

Που είχα ακούσει

Κάπως

Κάποτε

Αλλά τώρα δεν θυμάμαι

Κάπως δε θυμάμαι

Δεν θέλω να θυμάμαι

Φτερά φτερά φτερά

Θέλω ν’ αγκαλιαστώ

Και να πετάξω

Με φτερά

Φτερά πεθαμένων αγγέλων

Ανυπέρβλητων

Όμως μαμά

Έχω διακοπές

Ώρες ώρες νιώθω

Εξωγήινη

Και ξεχνάω

Κάπως σαν να ξεχνάω

Α, θυμήθηκα

Πάω διακοπές

Πάω για μπανια

Πάω ν’ αγοράσω

Ένα μπικίνι

Ένα αληθινό μπικίνι

Ένα μπικίνι που να μη μοιάζει

Με κάπως σαν μπικίνι.



Για την αντιγραφή...

Γ.

1 σχόλιο:

πκ είπε...

Η αυτόματη γραφή έχει ένα κοινό με τη μολότωφ: τη σιχαίνονται οι κνίτες/ισσες κι οι εγκάθετοι/ες όλων των αποχρώσεων. (πρώτη αντίδραση κι αυτόματη καταγραφή με αφορμή το ανάγνωσμα).